Για χρόνια μάς έλεγαν ότι μεγαλώνοντας «στρώνουμε». Ότι κόβουμε τα ξενύχτια, τα ποτά, τις υπερβολές. Ότι το αλκοόλ είναι κάτι που ανήκει στη φοιτητική ηλικία και σιγά σιγά υποχωρεί, σχεδόν από μόνο του, όταν μπαίνουν στη ζωή ευθύνες, δουλειές και υποχρεώσεις. Μόνο που τα δεδομένα δεν συμφωνούν απαραίτητα με αυτή την αφήγηση.

Πρόσφατα ευρήματα ερευνών δείχνουν ότι οι άνδρες που γεννήθηκαν γύρω στο 1990 όχι μόνο δε μείωσαν την κατανάλωση αλκοόλ, αλλά πίνουν περισσότερο σε σύγκριση με προηγούμενες γενιές. Και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι πίνουν περισσότερο τόσο από μεγαλύτερους όσο και από νεότερους, ανατρέποντας την ιδέα πως η ηλικία από μόνη της λειτουργεί ως «φρένο». Αντίθετα, για αυτή τη γενιά, το ποτό φαίνεται να παραμένει παρόν, σχεδόν σταθερά, σε διαφορετικές φάσεις της ζωής της.

 

 

Οι ειδικοί αποδίδουν την τάση αυτή σε ένα σύνθετο μίγμα κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων. Πολλοί από αυτούς μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου το binge drinking ήταν σχεδόν αυτονόητο κομμάτι της φοιτητικής ζωής και της νυχτερινής διασκέδασης. Δεν ήταν κάτι «ακραίο» ή ανησυχητικό· ήταν η παρέα, ήταν τα πάρτι, ήταν η μουσική σκηνή που βρισκόταν στο απόλυτο φόρτε της εκείνη τη δεκαετία. Αργότερα, όλα αυτά βρήκαν νέα κανονικότητα μέσα από την εικόνα που άρχισε να προβάλλεται στα social media. Το ποτό δεν ήταν απλώς ποτό, ήταν εμπειρία, αισθητική, τρόπος ζωής.

Παράλληλα, η ευκολότερη πρόσβαση στο αλκοόλ –ένα κλικ στο κινητό και το έχεις στην πόρτα σου– αλλά και η άνοδος της craft μπίρας και των cocktails ενίσχυσαν τη διάθεση για πειραματισμό και κατανάλωση. Δεν πίνεις «απλώς» για να πιεις· δοκιμάζεις, ψάχνεσαι, το κάνεις μέρος της καθημερινότητάς σου.

Ωστόσο, πέρα από την κουλτούρα, σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζουν και οι πιέσεις της σύγχρονης ενήλικης ζωής. Το εργασιακό άγχος, το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η αίσθηση ότι οι προσωπικοί στόχοι καθυστερούν ή μετακινούνται διαρκώς πιο μακριά, δημιουργούν ένα μόνιμο υπόβαθρο έντασης. Κάπου εκεί, το αλκοόλ λειτουργεί συχνά ως ένα γρήγορο pause. Ένα «να χαλαρώσουμε λίγο», ένα μικρό καταφύγιο μετά από μια δύσκολη μέρα. Όχι απαραίτητα συνειδητά, αλλά σχεδόν μηχανικά.

Το ζήτημα, επομένως, δεν περιορίζεται σε μια απλή στατιστική καταγραφή συμπεριφοράς. Ουσιαστικά, στη βάση του, αφορά στο πώς οι κοινωνικές συνθήκες, οι πολιτισμικές πρακτικές και η ψυχολογική πίεση διαμορφώνουν τις συνήθειες μιας ολόκληρης γενιάς. Και, τελικά, μας καλεί να ξαναδούμε όχι μόνο τι πίνουν οι άνθρωποι, αλλά κυρίως γιατί γεμίζουν και ξαναγεμίζουν το ποτήρι τους.

Συντάκτης: Σταματούλα Ψυχιά