Κάθε χρόνο ανυπομονούμε πώς και πώς να έρθουν ξανά οι γιορτές. Να φάμε, να πιούμε, να διασκεδάσουμε με την καρδιά μας, πλάι στους αγαπημένους μας ανθρώπους — είτε είναι η οικογένειά μας, είτε εκείνοι οι δικοί μας άνθρωποι που με τον καιρό ονομάσαμε οικογένεια.

Κι ας γκρινιάζουμε για όλα αυτά τα οικογενειακά τραπέζια στα οποία «πρέπει» να παρευρεθούμε· όταν τελειώνουν, μας λείπουν όσο τίποτε άλλο.Και όπως όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν, έτσι τελείωσαν και οι φετινές γιορτές. Κι αυτό σημαίνει επιστροφή στη ξενιτιά. Μια ξενιτιά που, προφανώς, εμείς επιλέξαμε — για τον άλφα ή βήτα λόγο, που πλέον μικρή σημασία έχει, αφού το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Πρέπει να αποχαιρετήσεις και πάλι το πατρικό σου. Τη μυρωδιά από τα πλυμένα ρούχα της μάνας σου. Τις νοστιμιές της.

Την ευκολία σου. Τον ήλιο. Ακόμη και την γκρίνια του πατέρα σου.

Και όσο κι αν δεν το θέλεις, έρχεται ξανά εκείνη η μέρα μετά τις γιορτές. Η μέρα που αδειάζεις πάλι τις ντουλάπες στο πατρικό και μαζεύεις τη ζωή σου σε μια βαλίτσα για να φύγεις. Κάποτε πίστευα πως αυτός ο «ξεριζωμός» θα γινόταν πιο εύκολος με τον καιρό — είτε από τη δύναμη της συνήθειας, είτε γιατί πια τα πράγματα δεν είναι τόσο άγνωστα. Κι όμως, γίνεται όλο και πιο δύσκολος. Αφήνεις ξανά το δωμάτιό σου. Τις μυρωδιές, τις φωνές και τα γέλια που σε μεγάλωσαν. Όλα μοιάζουν γνωστά, δίνοντάς σου την ψευδαίσθηση πως τίποτα δεν άλλαξε· πως είσαι ακόμη αυτός που ήσουν πριν φύγεις. Η μάνα κολλημένη στην κουζίνα, να σου φτιάχνει τα αγαπημένα σου φαγητά. Ο πατέρας στον καναπέ, καρφωμένος στην τηλεόραση. Μια σιωπή που γεμίζει τον χώρο με νόημα. Κι εμείς, επισκέπτες για λίγο σε μια ζωή που κάποτε ήταν μόνιμη.

Και μετά έρχεται η δύσκολη ώρα του αποχαιρετισμού. Εκεί, κάπου ανάμεσα στην τελευταία αγκαλιά, στο τελευταίο βλέμμα και στο κλείσιμο της πόρτας, γεννιούνται ερωτήματα. Ερωτήματα που σου κρατούν συντροφιά για ώρες — ίσως και για μέρες. Άραγε φεύγω για καλό; Μήπως τελικά δεν αξίζει όλο αυτό; Μήπως το άπιαστο όνειρο που κυνηγάμε με τόση μανία έχει κόστος μεγαλύτερο απ’ όσα θα κερδίσουμε; Ή μήπως δεν εκτιμήσαμε όσα είχαμε, όπως θα έπρεπε; Πέρα από το ότι βρίσκεσαι μακριά από τον τόπο σου και τους δικούς σου, υπάρχει και μια σκέψη — ίσως και τύψεις. Ο χρόνος κυλά κι εσύ λείπεις. Λείπεις από τα οικογενειακά τραπέζια, από τα γενέθλια της μάνας σου, τη γιορτή του πατέρα σου, από τους αρραβώνες της ξαδέλφης σου, με την οποία μεγαλώσατε μαζί. Και, δυστυχώς, δεν είσαι ένα τηλεφώνημα μακριά όταν σε χρειαστεί κάποιος. Γιατί, όπως κι αν το δεις, η ξενιτιά δεν είναι μόνο η απόσταση. Είναι μια κατάσταση. Μια κατάσταση που σε τοποθετεί ανάμεσα σε δύο κόσμους — και στο τέλος ίσως να μην ανήκεις πραγματικά σε κανέναν.

Η αλήθεια είναι πως, σε όποιο μέρος της γης κι αν βρεθείς, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Οι ρυθμοί τρέχουν με ταχύτητα φωτός. Υποχρεώσεις, δουλειά, μοναξιά, και κάπου ανάμεσα όνειρα που πρέπει συνεχώς να αποδεικνύονται. Ανεξάρτητοι, επιτυχημένοι, δυνατοί — ή, τουλάχιστον, έτσι προσπαθούμε να είμαστε. Κάθε επιστροφή στην πατρίδα, μέσα στην αγκαλιά της μάνας μας, μας υπενθυμίζει πως είμαστε εύθραυστοι. Και πως αυτό είναι εντάξει. Και κάθε φορά που φεύγουμε, ξανααναλύουμε τη ζωή μας από την αρχή. Ζυγίζουμε αποφάσεις, συγκρίνουμε «αν» και «ίσως», καθησυχάζοντας τον εαυτό μας ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψουμε. Δεν ξέρουμε πότε. Ούτε αν θα γίνει ποτέ. Όμως η σκέψη και μόνο μάς κρατά όρθιους.

Φεύγουμε. Επιστρέφουμε για λίγο. Και ξαναφεύγουμε. Με μια βαλίτσα γεμάτη ρούχα — και μια καρδιά γεμάτη ερωτήματα. Ίσως αυτό να είναι τελικά το τίμημα της επιλογής μας. Ίσως, πάλι, να είναι απλώς ο τρόπος μας να υπάρχουμε. Ανάμεσα στην πατρίδα και την ξενιτιά. Ανάμεσα στα «θέλω», στα όνειρα και στην καρδιά μας. Ανάμεσα σε αυτό που ήμασταν και σε αυτό που προσπαθούμε να γίνουμε.

Υ.Γ. Καλό χειμώνα και καλή δύναμη σε όλους τους ξενιτεμένους που λαχταρούν την επιστροφή στην πατρίδα.

Συντάκτης: Τόνια Κωνσταντίνου