Είμαστε η γενιά του «δεν προλαβαίνω». Του «όλο τρέχω να φτάσω κάπου» και, τελικά, όλο νιώθω πως δε φτάνω πουθενά. Σαν να ερχόμαστε δεύτεροι σε έναν αγώνα που τρέχουμε μόνοι μας. Μια καθημερινότητα παγιδευμένη στην κίνηση, σε έναν ατελείωτο κύκλο υποχρεώσεων, με τη μία ειδοποίηση να διαδέχεται την άλλη και να μας κατακλύζει. Αναβάλλουμε πράγματα και καταστάσεις με τη σκέψη ότι «έχουμε χρόνο, τώρα προέχουν άλλα». Ότι γίνεται αύριο. Την άλλη εβδομάδα. Τον άλλο μήνα. Κι έτσι ο χρόνος περνά — όχι γιατί δε θέλουμε, αλλά γιατί δεν προλαβαίνουμε. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην προσπάθειά μας να τα φέρουμε όλα βόλτα, ίσως χάσαμε την ουσία.

Η αλήθεια είναι ότι, αν κάτι έχει μάθει αυτή η γενιά, είναι να δουλεύει σκληρά, να θέτει τον έναν στόχο μετά τον άλλο, να κυνηγά άπιαστα όνειρα, να αυτοβελτιώνεται, να ζει με την ελπίδα και με έναν δικό της τρόπο να «χτίζει» το αύριο. Μια γενιά που μεγάλωσε κάνοντας όνειρα και ενηλικιώθηκε με μια συνεχιζόμενη οικονομική κρίση. Μια κρίση που, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν μόνο οικονομική, αλλά και κοινωνική και υπαρξιακή. Θέλοντας και μη, μάθαμε να είμαστε ρεαλιστές, να πατάμε τα πόδια μας στη γη πριν ονειρευτούμε. Να σκεφτόμαστε πιο πρακτικά, να κρατάμε μια πισινή για ώρα ανάγκης. Να βάζουμε πάνω από όλα την πάρτη μας, να κρατάμε κάτι και για εμάς. Ξέρεις, μην πέσεις με τα μούτρα, μην «δεθείς» και πάρα πολύ. Μην τα παίξεις όλα για όλα, μην πάρεις ρίσκα χωρίς να έχεις κάτι σίγουρο, χωρίς εγγυήσεις. Όλα βάσει σχεδίου, με μέτρο, ακόμη και στα συναισθήματα. Κι όμως, στα συναισθήματα δεν χωράνε μετριότητες και εγγυήσεις. Και ίσως τελικά μπορεί και να αποτύχαμε. Μια πετυχημένη γενιά με προοπτικές και έναν χαμένο ρομαντισμό.

Έναν χαμένο ρομαντισμό δίχως φανφάρες. Δεν αναφέρομαι στις μεγάλες χειρονομίες, στις κουφέτες που φωνάζουν από μακριά, αλλά σε έναν ρομαντισμό που πηγάζει από μέσα. Την πίστη ότι κάτι καλό και όμορφο μπορεί να μας συμβεί έτσι ξαφνικά, χωρίς να το προγραμματίσουμε. Ότι καμιά φορά, από εκεί που δεν το περιμένουμε, μια σχέση μπορεί να ανθίσει χωρίς στρατηγική και στόχους. Στο ότι, αν αφήσουμε τη λογική για λίγο στην άκρη και αφεθούμε λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως, δίχως να το πολυσκεφτούμε, μπορεί να βρούμε και τη μαγεία του αυθορμητισμού. Δεν χρειάζεται να έχουμε τα πάντα λυμένα και κανονισμένα. Προγραμματισμένα ραντεβού, διακοπές κανονισμένες μήνες πριν, τηλέφωνα σε συγκεκριμένες ώρες και μηνύματα που αναλύσαμε καλά πριν τα στείλουμε.

Ίσως ο επαναστατικός ρομαντισμός στις μέρες μας να είναι απλώς η τόλμη του να νιώσεις για λίγο δίχως να ξέρεις τι θα συμβεί «μετά». Ακόμη και να επενδύσεις χρόνο εκεί όπου δεν υπάρχει ασφάλεια ή βεβαιότητα για να εξασφαλίσεις το μέλλον. Ένα «μου λείπεις» χωρίς να περιμένεις αν θα το ακούσεις πίσω. Ένα απλό «ξέρω, δεν έπρεπε να στείλω, αλλά απλώς το ήθελα». Ένα «έκανα μια ώρα δρόμο, απλώς για να σε δω 20 λεπτά». Ένα «πάμε και όπου βγει». Σε κάθε περίπτωση που θεωρητικά το πράγμα δεν έχει αύριο, να ζήσουμε το παρόν για όσο κρατήσει.

Μπορεί στην τελική να είμαστε η γενιά που τρέχει να προλάβει τα πάντα, αλλά η πραγματική επανάσταση να είναι να σταματήσουμε για λίγο τον χρόνο και να πάρουμε μια ανάσα. Να κοιτάξουμε δίπλα μας και να θυμηθούμε πως δεν περιστρέφονται τα πάντα γύρω από αριθμούς, προθεσμίες και στόχους, αλλά γύρω από μικρές στιγμές με μεγάλη αξία. Να ζήσουμε τη σημασία της απλότητας. Γιατί μάλλον, στην τελική, η ουσία δεν βρίσκεται στο να προλάβουμε τα πάντα, αλλά στο να βιώσουμε κάτι αληθινά πριν περάσει. Και ίσως τελικά το μόνο που χρειαζόμαστε είναι το θάρρος για να ζήσουμε την ομορφιά της ζωής.

Συντάκτης: Τόνια Κωνσταντίνου