Από τότε που ήσουν μικρό παιδάκι, σου έμαθαν πως η οργή είναι κακό πράγμα.
Ότι δεν είναι ευγενική, ότι δεν είναι ώριμη και ότι δεν είναι «σωστή».

Με τα χρόνια άκουσες, διάβασες, είδες πολλούς να μιλούν για τον σωστό τρόπο διαχείρισης του θυμού.
«Μέτρα ως το δέκα».
«Πάρε βαθιές ανάσες».
«Περπάτα δέκα λεπτά».

Και κάπως έτσι, κάποιοι από εμάς μετράμε μέχρι το χίλια — γιατί το δέκα δεν φτάνει. Περπατήσαμε μαραθώνιους και πήραμε πτυχίο στο «είμαι μια χαρά», με άριστα στην αυτοσυγκράτηση.

Χαμογελάμε, κουνάμε καταφατικά το κεφάλι και λέμε ένα «οκ», ενώ μέσα στο κεφάλι μας γίνεται ο Πόλεμος των Άστρων, γιατί αυτό που μόλις έγινε δεν ήταν καθόλου οκ.

Η οργή όμως δεν εξαφανίζεται επειδή της είπαμε να κάνει ησυχία. Δεν είναι ειδοποίηση στο κινητό για να τη βάλεις στο αθόρυβο. Μοιάζει περισσότερο με εκείνο το συρτάρι που κλείνεις συνέχεια βιαστικά, γεμάτο πράγματα, μέχρι που μια μέρα ανοίγει μόνο του και πέφτουν όλα πάνω στο κεφάλι σου — μαζί και εκείνο το τάπερ της μάνας σου που στο ζητάει εδώ και έναν μήνα και εσύ το έψαχνες παντού.

Και τελικά, σχεδόν κανείς και ποτέ δεν σου έμαθε τι πραγματικά είναι η οργή.

Δεν είναι κακός χαρακτήρας.
Δεν είναι έλλειψη αυτοελέγχου.
Δεν είναι ότι «κάτι σου φταίει».

Τις περισσότερες φορές είναι απλώς το σώμα σου που σου λέει:
«Αυτό δεν μου άρεσε».
«Εδώ πέρασες ένα όριο».
«Κουράστηκα να καταπίνω».

Όμως το να ακούσεις πραγματικά την οργή σου έχει κόστος.
Γιατί αν παραδεχτείς ότι θυμώνεις, πρέπει να κάνεις και κάτι γι’ αυτό. Και αυτό είναι άβολο. Σε βγάζει από τη ζώνη άνεσης. Φέρνει συζητήσεις. Προϋποθέτει όρια. Δημιουργεί στιγμές που δεν μπορείς να τις ντύσεις με χιούμορ για να περάσουν αναίμακτα.

Οπότε τι κάνεις αντί γι’ αυτό;
Την αποθηκεύεις. Άλλη μια φορά.

Την αποθηκεύεις στους ώμους, στον αυχένα, στη μέση.
Την αποθηκεύεις στο «δεν πειράζει», στο «έλα μωρέ», στο «ας το αφήσω να περάσει — δεν έχω όρεξη για κουβέντες».

Αλλά όσο περισσότερα πράγματα αποθηκεύεις στο «συρτάρι» σου, τόσο πιο συχνά αυτό ανοίγει στις πιο λάθος στιγμές.

Όταν χυθεί ο καφές.
Όταν κολλήσεις στο φανάρι.
Όταν αργήσει κάποιος δέκα λεπτά.
Όταν κολλήσει το Wi-Fi.

Τότε βγαίνει όλη η φιλοσοφία ζωής που κρατούσες μέσα σου.

Υπάρχουν στιγμές που η οργή δεν ζητά εξηγήσεις.
Δεν ζητά σωστές λέξεις ούτε ωραίο πλαίσιο.
Δεν χρειάζεται να είναι σωστή, λογική, παραγωγική ή χρήσιμη.

Χρειάζεται απλώς να υπάρξει.
Να κινηθεί.
Και να φύγει.

Όταν της δίνεται αυτή η έξοδος, συμβαίνει κάτι απροσδόκητο.
Δεν γινόμαστε επικίνδυνοι.
Δεν χάνουμε τον έλεγχο.
Δεν καταρρέει τίποτα γύρω μας.

Αντίθετα, γελάμε. Λαχανιάζουμε. Ζεσταινόμαστε.
Και κάπου ανάμεσα στην ένταση και την εκτόνωση, το σώμα θυμάται κάτι που είχαμε ξεχάσει: ότι τα συναισθήματα δεν είναι για αποθήκευση. Είναι για κίνηση.

Ότι η πίεση χρειάζεται διέξοδο, όχι καταπίεση.
Ότι ό,τι δεν αφήνεται να περάσει, μένει και βαραίνει. Λιμνάζει. Γίνεται ιστορία που κουβαλάς χρόνια.

Ίσως τελικά δεν είσαι «θυμωμένος άνθρωπος».
Ίσως είσαι απλώς ένας άνθρωπος που έμαθε να αντέχει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Και κάποια στιγμή, το σώμα ζητά τον λόγο.

Στο τέλος της μέρας, δεν χρειάζεται να αγαπήσεις την οργή σου.
Αρκεί να πάψεις να τη φοβάσαι.

Να πάψεις να φοβάσαι τις διαφωνίες.
Τις διαφορετικές απόψεις.
Το να θέτεις όρια που αφορούν τον αυτοσεβασμό σου.

Να της δώσεις χώρο.
Κίνηση.
Φωνή.

Γιατί η οργή που κρύβεται, δεν εξαφανίζεται.
Σφίγγει.
Βαραίνει.
Σε μαθαίνει να πολεμάς τον εαυτό σου σιωπηλά.

Και αν μη τι άλλο, είναι απείρως πιο υγιές να σπάσει ένα μαξιλάρι στο χέρι σου,
παρά να σπας τον εαυτό σου αργά, αθόρυβα και καθημερινά.

Συντάκτης: Έλενα Τσάνου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη