Σήμερα θα μιλήσουμε για εσένα. Για εσένα που ξέρω, ενώ στην πραγματικότητα δεν σε έμαθα ποτέ. Διαβάζω κατά καιρούς πολλές δακρύβρεχτες ιστορίες για έρωτες και αγάπες που έληξαν άδοξα, αφήνοντας ουλές σε ψυχή και σώμα, και κάπως έτσι είπα να μοιραστώ μαζί σου και τη δική μου ιστορία, λίγο πιο ώριμη και σκληρή αυτή τη φορά. Βλέπεις, μου πήρε χρόνια να καταλάβω τι πραγματικά είναι η αγάπη. Με θυμάμαι απροκάλυπτα συναισθηματική, πάντα με μια δεύτερη ευκαιρία στο τσεπάκι.
Αθεράπευτα ρομαντική και ονειροπόλα. Συμπονετική και, κατά τη δική μου πάντα γνώμη, ρεαλίστρια. Είχα μια δικαιολογία κάτω από τη γλώσσα για ό,τι μου μαύριζε τη ζωή. Όλο το φταίξιμο; Πάντα δικό μου. Για όλα και σε όλα. Δυναμική με έλεγαν, μα δεν ήμουν τίποτα άλλο παρά ένα φοβισμένο ανθρωπάκι, γεμάτο ανασφάλειες, που φρόντιζα να κρύβω καλά από τους γύρω μου. Χαμογελαστή για τους φίλους, ευτυχισμένη για τους γνωστούς, μα τελείως άδεια για εμένα.
Ξέρεις πώς πάνε αυτά. Πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβω πως ο χρόνος είναι χρήμα και δεν πρέπει να τον σπαταλάς σε άψυχα συγχωροχάρτια. Τι να κάνεις, άλλωστε, μια ζωή του θεαθήναι με υποσχόμενες λεζάντες ευτυχίας, όταν μέσα σου δεν βλέπεσαι; Και αν ακόμα συνεχίζεις και πιστεύεις σε εμάς, τότε σου έχω την απάντηση. Όχι, δεν σε συγχωρώ.
Ίσως δεν καταλαβαίνεις γιατί ή, για να το θέσω καλύτερα, ίσως ήδη με λες υπερβολική. Μα δεν είμαι. Την υπερβολή μου την ονόμασα αξιοπρέπεια και προχώρησα. Στάθηκα στα πόδια μου, πήγα στον καθρέφτη μου και δεν υπήρχες πια. Φόρεσα εκείνα τα ρούχα — ξέρεις, τα πολύχρωμα — και άνοιξε η ψυχή μου. Βγήκα εκείνη τη βόλτα στον ήλιο, σε εκείνον τον ήλιο που μου στέρησες. Κοίταξα τον ουρανό και πήρα μια βαθιά ανάσα.
Οι βρισιές σου και όλα όσα υποβίβαζαν το εγώ μου δεν υπάρχουν πια. Κρύφτηκαν μαζί με εσένα σε κάποιο παλιό συρτάρι, για να μου θυμίζουν τι δεν θέλω με τίποτα να ξαναζήσω. Κόλλησαν, βλέπεις, εκείνα τα φτερά που κάθε μέρα κομμάτιαζες χωρίς να σκεφτείς το όποιο τίμημα.
Ξύπνησα και άφησα πίσω μου τον εφιάλτη σου. Νιώθω ζωντανή. Ξέρω ποια είμαι και τι αξίζω. Με αγαπώ και, μαζί με εμένα, αγαπώ το λευκό εκείνο φουλάρι που κάλυψε τα σημάδια στο σώμα και στο εγώ μου. Έμαθα να ζω και να εκφράζομαι χωρίς να φοβάμαι πού θα βρεθώ το επόμενο λεπτό και με πόσο make up θα πρέπει να φτιάξω την αψεγάδιαστη εικόνα μου. Έμαθα να τσαλακώνομαι, κάνοντας την πλάκα μου. Έδωσα ζωή στη ζωή μου.
Και αν με ρωτάς πού βρήκα τόση δύναμη — εσύ, η οποία γυναίκα κρύβεσαι στο σκοτάδι του σπιτιού σου — θα σου πω μόνο τούτο: είναι ωραία η ζωή μακριά από τοξικά απόβλητα που σηκώνουν χέρι πάνω μας, νομίζοντας πως είμαστε υποχείριά τους. Πάρε στα χέρια σου την ψυχή σου και προστάτευσέ τη. Μην μου πεις πως δεν μπορείς. Όλα ξεκινούν και καταλήγουν σε εσένα.
Άλλωστε, δεν έχει οδηγίες χρήσης η ζωή και δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο μια ζυγαριά ακριβείας, που πάντα κάποιος επικρατεί περισσότερο. Είναι εκείνο το τεντωμένο σκοινί που προετοιμάζεσαι χρόνια να περάσεις, φτάνοντας στην αντίπερα όχθη. Φρόντισε μόνο να μην ξεχάσεις το πιο σημαντικό: να σε αγαπάς και να σε φροντίζεις. Γεννήθηκες για αυτό.
Βγες από το σπίτι σου και τον κόσμο που σου επέβαλαν. Μπες στο πρώτο αεροπλάνο που θα βρεις και δημιούργησε τον κόσμο σου, χωρίς να φοβάσαι τα κενά αέρος με το ενδεχόμενο μιας πτώσης. Δέσε τη ζώνη σου και μην προσγειωθείς πουθενά πέρα από έναν κόσμο διαφορετικό, χωρίς ψεύτικα, από μοντάζ, ηλιοβασιλέματα. Ζήσε εκεί που σου αξίζει, με μοναδικό ταξίδι αυτό που θα σου θυμίζει εσένα και μόνο εσένα.
