Να ’μαι λοιπόν ξανά στην ίδια θέση. Η διαφορά είναι ότι τώρα πονάει λιγότερο. Όχι επειδή έγινε κάτι καλύτερο, αλλά επειδή η καρδιά μου έχει συνηθίσει. Και κάπου εδώ γεννιέται η ερώτηση που με κυνηγάει: έχω κάτι περίεργο και τραβάω συναισθηματικά μη διαθέσιμους ανθρώπους; Με βλέπουν σαν μια σανίδα σωτηρίας; Σαν μια ήσυχη μάρτυρα πάνω στην οποία θα ακουμπήσουν για να βρουν λύτρωση από τη δική τους βασανισμένη, απρόσιτη ψυχή;
Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι επαναλαμβάνεται. Άνθρωποι που δεν είναι έτοιμοι. Άνθρωποι που κουβαλάνε χάος. Άνθρωποι που θέλουν να πάρουν, αλλά δεν μπορούν να δώσουν. Και μέσα σε όλο αυτό, πιάνω τον εαυτό μου να κάνει μια ερώτηση που ακούγεται σχεδόν παιδική: Γιατί οι άντρες δεν κάνουν ψυχοθεραπεία; Γιατί είναι τόσο κλειστοί; Γιατί μοιάζουν τόσο άγριοι συναισθηματικά; Δεν ξέρουν να αγαπούν; Ή απλώς εγώ συναντάω μόνο αυτούς που δεν μπορούν;
Κάπου εκεί έρχεται και η γνωστή φωνή: «φταίει η αυταξία σου». Και προσπαθώ. Αλήθεια προσπαθώ. Λέω τα affirmations μου. Δουλεύω με τον εαυτό μου. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και λέω «είσαι αρκετή». Λεφτά δεν έχω πολλά, αλλά παλεύω. Στέκομαι. Προχωράω. Δεν τα παρατάω.
Αν κάτι χρειάζεται να ξέρεις για μένα, αναγνώστη, είναι ότι είμαι λίγο πάνω από τα 30. Πριν τα 30 γελούσα πολύ. Είχα μια καρδιά διαμάντι, το έλεγαν οι άλλοι, όχι εγώ. Μετά κάτι άλλαξε. Δεν ξέρω αν ήταν κατάθλιψη με τη διάγνωση ή απλώς μια σειρά από πληγές που έπεσαν όλες μαζί. Κάποια καταθλιπτικά επεισόδια, ναι. Και ναι, είμαι ευαίσθητη φύση, αλλά νομίζω ότι κυρίως πληγώθηκα. Δεν μπορώ ακόμα να πω περισσότερα.
Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι ζω σε μια μόνιμη κατάσταση άγχους. Δεν απολαμβάνω το φαγητό όπως παλιά. Δεν απολαμβάνω τον ύπνο όπως παλιά. Μερικές φορές δεν απολαμβάνω τίποτα. Το μόνο που καταφέρνει να μου δώσει λίγη ντοπαμίνη είναι το σκρολ στο κινητό. Μικρές δόσεις απόσπασης. Μικρές ανάσες.
Και σαν από κάποιο παράξενο σύμπαν συγχρονισμού, κάθε φορά που αρχίζω να γίνομαι καλύτερα… κάθε φορά που δυναμώνω λίγο… εμφανίζεται κάποιος. Στο μυαλό. Στη ζωή. Στην πραγματικότητα. Έρχεται για να παίξει.
Για να πάρει λίγη από τη δύναμή μου. Για να γιατρευτεί από τη δική μου ενέργεια.
Κι εγώ λιώνω πάλι.
Δεν ξέρω αν έχω κακό γούστο στους άντρες ή αν οι άντρες έχουν γίνει πια ανυπόφοροι. Δεν ξέρω αν είναι μοτίβο επιλογών ή απλώς συγκυρίες. Ξέρω μόνο το αποτέλεσμα. Κουράστηκα. Κουράστηκα να προσπαθώ να καταλάβω.
Να επενδύω συναίσθημα σε ανθρώπους που δεν μπορούν να το κρατήσουν. Κουράστηκα να πιστεύω ότι «αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς». Και ίσως αυτό να είναι το πιο ειλικρινές σημείο που έχω φτάσει: όχι η ελπίδα, ούτε η αισιοδοξία. Αλλά η κούραση.
Λίγο πριν, θέλω να πιστεύω, την αρχή μιας νέας εποχής για μένα, λέω απλώς την αλήθεια: Κουράστηκα.
Και ίσως, για πρώτη φορά, αυτό να είναι μια αρχή.
