Κοίτα να δεις, που πάλι έφτασες στη φάση να χωρίσεις. Λες κι έχει πέσει επιδημία ένα πράμα και τα ζευγάρια χωρίζουν ταυτόχρονα κάποιες εποχές του χρόνου.

Αν είσαι εσύ αυτός που έδωσε το τέλος, είσαι μια χαρά με τον εαυτό σου, κάνεις τη ζωάρα σου, πηγαίνεις τις βόλτες σου κι όλα καλά. Αν δεν είσαι όμως απ’ την πλευρά του «θύτη», αλλά απ’ την πλευρά του «θύματος» τότε για λίγο καιρό είσαι «κάπως», ρε παιδάκι μου. Σε λογικά πλαίσια.

Ήξερες ότι δεν πάει άλλο η κατάσταση, αλλά χρειάζεσαι λίγο χρόνο να το χωνέψεις. Έτσι, ενώ τις πρώτες μέρες αποφασίζεις να τις περάσεις στο σπίτι σου παρέα με τους δικούς σου ανθρώπους, καφέδες, ποτά, ξενύχτια, συζητήσεις και τσιγάρα κάποια στιγμή λες «Δε γίνεται, θα βγω έξω να πάω μια βόλτα!»

Δε δίνεις και πολύ σημασία πώς θα βγεις έξω, μιας και θα πεταχτείς μέχρι τη φιλενάδα σου για το καθημερινό κους-κους. Ή μπορεί ρε παιδάκι μου, να μην έχεις όρεξη να φορέσεις «τα καλά σου και να γίνεις ένας γαμπρός με τα όλα του» σήμερα.

Έχεις να δεις το έτερον σου ήμισυ που το’ χες σε εκτίμηση από τότε που χωρίσατε. Κοίτα όμως πόσο όρεξη έχει η μοίρα –σε αντίθεση με εσένα- κι αποφάσισε να παίξει με τα νεύρα σου και τις συμπτώσεις. Δεν προλαβαίνεις να στρίψεις στη γωνία και τσουκ, να μπροστά σου το πρώην αμόρε.

Σε πιάνει μια μικρή ταχυκαρδία -είπαμε, δεν ήταν και καθαρά δική σου απόφαση να χωρίσετε- και δεν μπορείς να κρυφτείς και σε κανένα στενό, γιατί πλέον είναι ο δρόμος είναι μια ευθεία.

Ω, ρε γλέντια. Εσύ έχεις τα χάλια σου και το αμόρε είναι στις ομορφιές του· αναρωτιέσαι μάλιστα αν πρόσεχε τόσο πολύ την εμφάνισή του, όταν ήσασταν μαζί. Εσύ απ’ την άλλη, είσαι λες και χθες το βράδυ σε έδειραν τέσσερις και σου έκλεψαν και τα ρούχα. Αυτό το ξεθωριασμένο σορτσάκι είναι για μέσα στο σπίτι, το έχει πει η μάνα, αλλά την ακούει κανείς;

Έφτασε η στιγμή της συνάντησης. Αμηχανία, βλέμματα χωρίς νόημα και χαζές ερωτήσεις τύπου «Όλα καλά; Πού πας; Τι νέα;». Ναι μωρέ, ξέρεις και τα παλιά για να θες να μάθεις και τα καινούρια. Λες κι έχεις δικαίωμα να ρωτάς τι κάνει και πού πάει. Χω-ρί-σά-τε!

Μόλις τελειώνει αυτή η τυχαία συνάντηση, που εσύ καθόλου τυχαία δεν τη λες μιας και το κάρμα στα ‘χει μαζεμένα κατά την άποψή σου, πιάνεις το κινητό κι αρχίζεις τα τηλέφωνα.

«Δε θα τον πιάσω αυτόν που με καταράστηκε; Κομματάκια θα τον κάνω! Ήταν ανάγκη να με δει σήμερα έτσι που είμαι στα χάλια μου; Χάθηκε να με έβλεπε προχθές που ήμουν στα καλύτερά μου; Με το χαμόγελό μου, μόλις είχα βγει απ’ το κομμωτήριο, με τα καινούρια μου ρούχα; Γιατί ο Θεός μου τον έστειλε μπροστά μου σήμερα που είμαι λες και με πάτησε τρένο;».

Κανένας μας ποτέ δεν μπόρεσε ν’ απαντήσει σ’ αυτές τις ερωτήσεις, παιδιά. Είναι σχεδόν σίγουρο πως θα συναντήσουμε πρώην αμόρε σε κάποια φάση που θα έχουμε «τα χάλια» μας, κι όχι τίποτε άλλο, θα νομίζει ότι είμαστε έτσι εξαιτίας του! Μην τρελαθούμε κιόλας!

 

Επιμέλεια κειμένου Λάμδας Βήτα: Νάννου Αναστασία.

Συντάκτης: Λάμδα Βήτα