Η συζήτηση για τη δημιουργία νέου πολιτικού κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού είναι μετά βεβαιότητας ένα φαινόμενο. Ένα «σούσουρο» που κουβαλά μαζί του οργή, πένθος, κούραση και –κυρίως– την αίσθηση ότι κάτι στη χώρα δεν έκλεισε ποτέ τον κύκλο του μετά τα Τέμπη. Και τώρα επιστρέφει -ξεκάθαρα πια- ως πολιτική πράξη.
Στη συνέντευξή της το βράδυ της Δευτέρας, η Καρυστιανού περιέγραψε μια πρωτοβουλία που, όπως λέει, οργανώνεται «πολύ γοργά», με ανθρώπους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, με βαριά βιογραφικά και διάθεση προσφοράς. Ενδεχομένως βεβαια να μη μιλάμε για ένα κόμμα-σφραγίδα ή ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα, αλλά για κάτι που φιλοδοξεί να πατήσει πάνω στην κοινωνική αφύπνιση που γέννησε η τραγωδία των Τεμπών. Αν κι αυτό σηκώνει και πάλι συζήτηση.
Το ενδιαφέρον είναι πως η ίδια κρατά αποστάσεις από την έννοια της «ηγέτιδας». Δε δηλώνει αρχηγός, δε διεκδικεί ρόλο σωτήρα. Αντίθετα, επιμένει ότι ο ηγέτης θα αναδειχθεί από την ίδια την κοινωνία, μέσα από τις διαδικασίες και τη συλλογική πορεία. Σε μια χώρα εθισμένη στους αρχηγισμούς, αυτή η στάση από μόνη της προκαλεί αμηχανία – και ταυτόχρονα περιέργεια.
Σαφές είναι και το ιδεολογικό φίλτρο συμμετοχής: όχι επαγγελματίες της πολιτικής, όχι πρόσωπα με κομματικές αποσκευές. Καθαρότητα, εθελοντισμός, ακεραιότητα. Λέξεις που ακούγονται σχεδόν «παλιομοδίτικες» στο σημερινό πολιτικό λεξιλόγιο, αλλά ίσως γι’ αυτό ακριβώς βρίσκουν απήχηση. Το εγχείρημα μοιάζει να χτίζεται πάνω στην απόρριψη του γνωστού πολιτικού προσωπικού, όχι με όρους λαϊκισμού, αλλά με όρους ηθικής ρήξης.
Η αναφορά της στον ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Νικόλα Φαραντούρη άναψε νέες συζητήσεις. Η ίδια μίλησε θετικά για τη στάση του, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η στήριξη σε επιμέρους κινήσεις δε σημαίνει κομματική σύμπλευση. Είναι μια λεπτή ισορροπία: από τη μία, η ανάγκη για τεχνογνωσία και στήριξη· από την άλλη, ο φόβος να «βαφτεί» το εγχείρημα με τα χρώματα του παλιού πολιτικού συστήματος.
Την ίδια στιγμή, οι εσωτερικές αποστάσεις εντός του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων δείχνουν πόσο εύθραυστη είναι αυτή η μετάβαση από τον συλλογικό πόνο στην πολιτική έκφραση. Η Καρυστιανού δηλώνει πως σέβεται κάθε διαφωνία και ξεκαθαρίζει ότι δεν της έχει ζητηθεί να παραιτηθεί, τονίζοντας ότι ο προσωπικός της αγώνας δεν έχει ευτελιστεί – παρά τις πιέσεις, τις απειλές και, όπως η ίδια καταγγέλλει, τις απόπειρες εξαγοράς της σιωπής της.
Στο πολιτικό σκέλος, οι γραμμές είναι κόκκινες. Απόλυτο «όχι» σε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, σκληρή κριτική στον Αλέξης Τσίπρας και αιχμηρή στάση απέναντι στις ιδιωτικοποιήσεις, είτε μιλάμε για τρένα είτε για Ένοπλες Δυνάμεις. Το αφήγημα είναι συνεκτικό: το κράτος δεν είναι επιχείρηση και η χώρα δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους profit & loss.
Και κάπου εδώ, το «σούσουρο» παύει να είναι κουτσομπολιό και γίνεται ερώτημα ουσίας. Μπορεί ένα κίνημα που γεννήθηκε από μια εθνική τραγωδία να μετασχηματιστεί σε πολιτικό φορέα χωρίς να χάσει την ηθική του βάση; Μπορεί να εκφράσει όσους νιώθουν ότι η Δικαιοσύνη δεν ήρθε ποτέ και ότι η λογοδοσία έμεινε μισή;
Η αναφορά της Καρυστιανού στην 28η Φεβρουαρίου και στο ενδεχόμενο νέων κινητοποιήσεων δείχνει ότι τίποτα δεν έχει κλείσει. Ούτε κοινωνικά, ούτε πολιτικά. Το αν αυτό θα καταλήξει σε κόμμα, σε κίνημα διαρκείας ή σε μια νέα μορφή πολιτικής πίεσης, μένει να φανεί.