Οι λέξεις δεν είναι τόσο αθώες όσο ίσως μερικοί εξ ημών θεωρούμε. Απεναντίας.

Η γλώσσα δεν είναι απλώς κάτι που χρησιμοποιούμε για να παραγγείλουμε καφέ ή να γκρινιάξουμε για τον καιρό. Είναι μια ζωντανή δύναμη που επηρεάζει άμεσα την ψυχική, συναισθηματική και νοητική μας ενέργεια. Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε —είτε μιλάμε στους άλλους είτε στον εαυτό μας — λειτουργούν σαν «ενεργειακά σήματα» που μπορούν να μας ενισχύσουν ή να μας εξαντλήσουν. Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αντανακλά τη διαδρομή της κοινωνίας αλλά και του κάθε ατόμου ξεχωριστά. Για τη συλλογική γλώσσα ίσως μιλήσουμε μια άλλη φορά· σήμερα θα αναφερθούμε αποκλειστικά στην επίδραση της γλώσσας στη ζωή και, κυρίως, στην ψυχοσύνθεση του ατόμου.

Η γλώσσα ως καθρέφτης και δημιουργός εσωτερικής κατάστασης

Ο τρόπος που εκφραζόμαστε αντανακλά την εσωτερική μας κατάσταση, αλλά ταυτόχρονα τη διαμορφώνει. Όταν η γλώσσα μας είναι βαριά, απαισιόδοξη ή γεμάτη ένταση, το σώμα και το μυαλό μπαίνουν σε κατάσταση στρες. Αντίθετα, ένας λόγος πιο ήπιος, συνειδητός και ρεαλιστικά θετικός βοηθά στη διατήρηση εσωτερικής ισορροπίας και υψηλότερων επιπέδων ενέργειας.

Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι η γλώσσα προσομοιάζει με έναν αόρατο «διακόπτη ενέργειας» που, ανάλογα με το πώς τον χειριζόμαστε, μπορεί είτε να μας φορτίσει σαν καινούργια μπαταρία είτε να μας αδειάσει πριν καν φτάσει το μεσημέρι. Πόσες φορές έχει τύχει να νιώθουμε εξάντληση χωρίς, προφανή τουλάχιστον, αιτία; Πάμπολλες.

Γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό;

 

Η γλώσσα επηρεάζει την αρνητικότητα πολύ περισσότερο απ’ όσο συνειδητοποιούμε, γιατί δεν είναι απλώς μέσο έκφρασης· είναι και φίλτρο σκέψης. Σκέψου πόσες φορές την ημέρα λες ή σκέφτεσαι φράσεις όπως:

«Είμαι πτώμα», «Δεν την παλεύω», «Αυτό είναι σκέτη καταστροφή».

Ο εγκέφαλος ακούει, σημειώνει και απαντά: «Α, είμαστε πτώμα; Τέλεια, ας λειτουργήσουμε ανάλογα». Και κάπως έτσι, πριν καν κουραστείς πραγματικά, έχεις ήδη πειστεί ότι είσαι εξαντλημένος. Αντίθετα, μια πιο ήπια διατύπωση του τύπου «κουράστηκα, χρειάζομαι ένα διάλειμμα» δεν κοροϊδεύει κανέναν ούτε τραβά την πρίζα απότομα. Είναι ακριβώς όσο χρειάζεται για να πάμε παρακάτω. Ενεργειακά μιλώντας, οι λέξεις λειτουργούν ως τονωτικές ή υπνωτικές «ενέσεις» για τον ψυχισμό: είτε τον μπουστάρουν είτε τον κοιμίζουν.

Οι λέξεις και η επίδρασή τους στο σώμα

Ο εγκέφαλος δεν ξεχωρίζει πάντα τις λέξεις από τα γεγονότα. Φράσεις όπως «είμαι εξαντλημένος», «δεν αντέχω άλλο» ή «όλα πάνε στραβά» ενεργοποιούν φυσιολογικές αντιδράσεις κόπωσης και έντασης. Αντίθετα, εκφράσεις όπως «χρειάζομαι ξεκούραση», «είναι μια δύσκολη φάση» ή «θα το πάω βήμα-βήμα» στέλνουν πιο ήπια μηνύματα στο νευρικό σύστημα, εξοικονομώντας ενέργεια.

Ο εσωτερικός διάλογος: ο πιο αυστηρός σχολιαστής της ζωής σου

Αν ο τρόπος που μιλάς στον εαυτό σου ήταν άνθρωπος, πιθανότατα θα του έλεγες: «Χαλάρωσε λίγο». Ο εσωτερικός διάλογος συχνά θυμίζει σχολιαστή αγώνα που βλέπει μόνο λάθη και παρατηρήσεις:

«Πάλι τα ίδια έκανες», «Δεν είσαι αρκετά καλός», «Άργησες, απέτυχες, τελείωσες».

Ο τρόπος που μιλάμε στον εαυτό μας, όμως, έχει τεράστια δύναμη. Φράσεις όπως «δεν είμαι καλός σε αυτό» τείνουν να γίνονται αυτοεκπληρούμενες προφητείες, καλλιεργώντας χαμηλή αυτοεκτίμηση και απαισιοδοξία. Ο συνεχής αυτοκριτικός λόγος είναι ενεργειακά πανάκριβος: καταναλώνει διάθεση, αυτοπεποίθηση και κίνητρο. Αντίθετα, ένας πιο ανθρώπινος εσωτερικός τόνος, όπως «έκανες ό,τι μπορούσες», «μαθαίνεις», «πάμε παρακάτω», λειτουργεί υποστηρικτικά και αναζωογονητικά.

Η γλώσσα στις σχέσεις: ενεργειακό ντόμινο

Η ενέργεια δεν είναι ατομική υπόθεση· επηρεάζεται έντονα από το περιβάλλον. Η αρνητική, επιθετική ή ειρωνική γλώσσα στις σχέσεις δημιουργεί συναισθηματική ένταση και κόπωση. Όταν η επικοινωνία μας είναι, για παράδειγμα, γεμάτη παράπονα και φράσεις όπως «εσύ πάντα / εγώ ποτέ», το κλίμα βαραίνει.

Η γλώσσα είναι μεταδοτική. Όταν μιλάμε αρνητικά, επηρεάζουμε και τους γύρω μας, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η απαισιοδοξία θεωρείται φυσιολογική. Μπαίνεις σε έναν χώρο και νιώθεις κουρασμένος χωρίς να έχεις κάνει τίποτα — το πλέον κλασικό σύμπτωμα αρνητικής γλωσσικής ατμόσφαιρας. Αντίθετα, μια γλώσσα με σαφήνεια, λίγο χιούμορ και λιγότερο δράμα μπορεί να αλλάξει εντελώς τη δυναμική. Ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και συναισθηματικής πληρότητας, αυξάνοντας τη συνολική ενέργεια του ατόμου. Δεν λύνει όλα τα προβλήματα· σίγουρα όμως δεν προσθέτει καινούργια.

Η υπερβολή: ο κρυφός εχθρός της ενέργειας

Η γλώσσα λατρεύει την υπερβολή. Τα άκρα. «Πάντα», «ποτέ», «όλα», «τίποτα». Αυτές οι λέξεις είναι σαν να λες στο μυαλό σου ότι δεν υπάρχει διέξοδος. Και όταν δεν υπάρχει διέξοδος, γιατί να έχεις ενέργεια;

Όταν χρησιμοποιούμε απόλυτες ή φορτισμένες λέξεις, ο εγκέφαλος τις βιώνει σαν πραγματικότητα. Έτσι, η αρνητική γλώσσα ενισχύει συναισθήματα όπως άγχος, θυμό ή απογοήτευση. Μικρές αλλαγές —π.χ. «συχνά» αντί για «πάντα», «τώρα» αντί για «ποτέ»— μπορούν να κάνουν τον κόσμο λιγότερο ασφυκτικό και την καθημερινότητα πιο διαχειρίσιμη.

Χιούμορ: η πιο οικονομική μορφή ενέργειας

Το χιούμορ στη γλώσσα δεν ακυρώνει τη δυσκολία· τη βάζει στη σωστή της διάσταση. Όταν μπορείς να γελάσεις (έστω λίγο) με μια κατάσταση, η ενέργεια επιστρέφει. Όχι γιατί όλα λύθηκαν, αλλά γιατί έπαψαν να μοιάζουν με το τέλος του κόσμου.

Η δύναμη της συνειδητής επιλογής λέξεων

Δεν πρόκειται για ψεύτικη αισιοδοξία ή άρνηση της πραγματικότητας. Η συνειδητή γλώσσα αναγνωρίζει τη δυσκολία χωρίς να την υπερφορτώνει. Μικρές αλλαγές, όπως η αποφυγή απόλυτων εκφράσεων και η αντικατάστασή τους με πιο ευέλικτες διατυπώσεις, μπορούν να κάνουν αισθητή διαφορά στο πώς νιώθουμε μέσα στην ημέρα.

Εξίσου σημαντική είναι και η διάθεσή μας απέναντι σε ένα πρόβλημα: εστιάζοντας στη λύση αντί στο πρόβλημα, ωθούμε τον εαυτό μας προς τη δημιουργικότητα και την αισιοδοξία. Αντίθετα, η αρνητική γλώσσα συχνά κολλά στο «τι πήγε στραβά», ενισχύοντας το αίσθημα αδιεξόδου.

 

Η γλώσσα, λοιπόν, είναι σαν το soundtrack της ζωής μας. Αν παίζει συνεχώς δραματική μουσική, κουράζει. Αν έχει λίγη επίγνωση, λίγη ευγένεια και λίγο χιούμορ, η καθημερινότητα γίνεται πιο ελαφριά και εμείς πιο ανθεκτικοί.

Με δυο λόγια, δεν χρειάζεται να μιλάμε τέλεια. Αρκεί να μιλάμε λίγο πιο συνειδητά. Γιατί, τελικά, οι λέξεις δεν αλλάζουν μόνο το πώς περιγράφουμε τη ζωή· αλλάζουν το πώς τη νιώθουμε. Κάθε λέξη που επιλέγουμε είτε μας βαραίνει είτε μας στηρίζει. Μαθαίνοντας να ακούμε τον τρόπο που μιλάμε και να τον προσαρμόζουμε με επίγνωση, δεν αλλάζουμε απλώς τον λόγο μας, αλλά και την ποιότητα της καθημερινής μας ζωής.

Και συχνά, αυτή η αλλαγή ξεκινά από μία μόνο λέξη.

Συντάκτης: Σοφία Τρέπα
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη