Υπάρχει ένα παράδοξο που οι περισσότεροι έχουμε ζήσει έστω μία φορά στη ζωή μας: όσο περισσότερο ενδιαφέρον δείχνει κάποιος για εμάς, τόσο πιο εύκολο είναι να το θεωρήσουμε δεδομένο. Όταν όμως ένας άνθρωπος είναι συναισθηματικά απόμακρος, αβέβαιος ή απρόθυμος να μας δώσει αυτό που ζητάμε, ξαφνικά καταλαμβάνει πολύ περισσότερο χώρο στο μυαλό μας απ’ όσο ίσως του αναλογεί.

Και τότε γεννιέται η απορία: γιατί κολλάμε τόσο πολύ με ανθρώπους που δεν μας θέλουν;

Η απάντηση δεν βρίσκεται απαραίτητα στον έρωτα. Συχνά βρίσκεται στην ψυχολογία μας.

 

  1. Δεν ερωτευόμαστε πάντα τον άνθρωπο, αλλά την πιθανότητα

Όταν κάποιος μας δείχνει ξεκάθαρα ότι μας θέλει, η ιστορία είναι σχετικά απλή. Ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Όταν όμως η στάση του είναι αμφίσημη, το μυαλό αρχίζει να συμπληρώνει τα κενά.

«Ίσως φοβάται».
«Ίσως δεν είναι έτοιμος».
«Ίσως αν κάνω λίγη υπομονή αλλάξει γνώμη».

Κάπου εκεί δεν κυνηγάμε πλέον τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας. Κυνηγάμε την εκδοχή της σχέσης που έχουμε φανταστεί. Ερωτευόμαστε ένα σενάριο, μια προοπτική, μια υπόσχεση που ίσως δεν δόθηκε ποτέ.

 

2. Ο εγκέφαλος λατρεύει τα άλυτα μυστήρια

Οι ψυχολόγοι γνωρίζουν εδώ και χρόνια ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δυσκολεύεται να αφήσει ανοιχτές υποθέσεις. Όταν κάτι δεν ολοκληρώνεται, συνεχίζει να επιστρέφει στη σκέψη μας. Ένας άνθρωπος που μας απορρίπτει ξεκάθαρα μπορεί να μας πληγώσει, αλλά τουλάχιστον μας δίνει μια απάντηση. Αντίθετα, κάποιος που στέλνει ανάμεικτα μηνύματα, εμφανίζεται και εξαφανίζεται ή κρατά την πόρτα μισάνοιχτη, δημιουργεί ένα συναισθηματικό ερωτηματικό. Και το μυαλό μας προσπαθεί διαρκώς να το λύσει.

 

3. Η επιβεβαίωση γίνεται έπαθλο

Όταν νιώθουμε ότι η αποδοχή ενός ανθρώπου είναι δύσκολο να κερδηθεί, αρχίζουμε ασυνείδητα να της δίνουμε μεγαλύτερη αξία. Δεν είναι απαραίτητα ότι τον θέλουμε περισσότερο. Είναι ότι θέλουμε περισσότερο να αποδείξουμε πως αξίζουμε να μας επιλέξει. Το πρόβλημα είναι ότι κάπου εκεί η προσοχή μετατοπίζεται. Από το «Μου κάνει καλό αυτός ο άνθρωπος;» περνάμε στο «Πώς θα κάνω αυτόν τον άνθρωπο να με θέλει;». Και οι δύο ερωτήσεις μοιάζουν, αλλά οδηγούν σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια.

 

4. Οι παλιές μας πληγές συχνά συμμετέχουν στη συζήτηση

Η έλξη προς συναισθηματικά μη διαθέσιμους ανθρώπους δεν εμφανίζεται πάντα τυχαία. Πολλές φορές συνδέεται με παλαιότερες εμπειρίες. Αν μεγαλώσαμε νιώθοντας ότι η αγάπη πρέπει να κερδηθεί, ότι χρειάζεται προσπάθεια για να μας δουν ή να μας αποδεχθούν, μπορεί ασυνείδητα να αναζητούμε παρόμοια δυναμική και στις ενήλικες σχέσεις. Όχι επειδή μας αρέσει να πονάμε, αλλά επειδή το γνώριμο συχνά μοιάζει ασφαλές, ακόμη κι όταν δεν είναι ευχάριστο.

 

5. Το κόλλημα δεν είναι πάντα αγάπη

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο να παραδεχτεί κανείς. Μερικές φορές αυτό που ονομάζουμε έρωτα είναι στην πραγματικότητα προσμονή, εμμονή, ανάγκη για επιβεβαίωση ή φόβος απώλειας. Η αγάπη συνήθως μας φέρνει πιο κοντά στον εαυτό μας. Το κόλλημα συχνά μας απομακρύνει από αυτόν. Μας κάνει να αναλύουμε μηνύματα, να ψάχνουμε κρυφά νοήματα, να μετράμε αντιδράσεις και να επενδύουμε ατελείωτη ενέργεια σε κάποιον που ίσως δεν επενδύει το ίδιο σε εμάς.

 

Η ερώτηση που αλλάζει τα πάντα

Όταν νιώθεις ότι έχεις κολλήσει με κάποιον που δεν σου δίνει αυτό που χρειάζεσαι, ίσως αξίζει να αντικαταστήσεις μία ερώτηση με μία άλλη. Αντί για το «Πώς θα τον κάνω να με θέλει;», δοκίμασε το: «Τι είναι αυτό που με κάνει να θέλω τόσο πολύ κάποιον που δεν με επιλέγει;» Η πρώτη ερώτηση έχει ως κέντρο τον άλλον. Η δεύτερη σε φέρνει πίσω σε εσένα και συνήθως εκεί βρίσκονται οι πιο ουσιαστικές απαντήσεις. Γιατί το μεγαλύτερο μυστήριο δεν είναι πάντα γιατί δεν μας θέλει κάποιος. Μερικές φορές είναι γιατί επιμένουμε να κυνηγάμε την προσοχή ανθρώπων που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να μας προσφέρουν αυτό που πραγματικά αναζητούμε.