Η Ελεονώρα Μελέτη στάθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και είπε αυτό που πολλές γυναίκες φοβούνται να πουν δυνατά: «Έχω υπάρξει θύμα κακοποίησης σε σχέση μου».
Και με την αποκάλυψή της είδαμε μια γυναίκα —δημοσιογράφο, πολιτικό, μητέρα— να επιλέγει τη δημόσια έκθεση για να πει μια αλήθεια που χιλιάδες γυναίκες κρατούν μέσα τους σαν βάρος. Και το έκανε όχι σε ένα ασφαλές περιβάλλον εξομολόγησης, όχι πίσω από έναν λογαριασμό στο Instagram, αλλά από το βήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκεί όπου οι λέξεις αποκτούν θεσμικό βάρος και δεν μπορούν εύκολα να αγνοηθούν.
Το πιο συγκλονιστικό ήταν η φράση με την οποία συνόδευσε αυτή την εξομολόγηση. Αυτό το «ήμουν απλά τυχερή». Δε μίλησε για δύναμη, δε για δικλείδες ασφαλείας και μηχανισμούς στρατηγικής εξόδου από την κακοποίηση. Μίλησε για τύχη. Για τη συγκυρία που της επέτρεψε να αναγνωρίσει τι ζούσε και να φύγει. Και αυτή η παραδοχή είναι ίσως η πιο σκληρή αλήθεια: ότι δεν έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα, τον ίδιο χρόνο, τα ίδια στηρίγματα για να σωθούν. Και πολλές φορές, τους βοηθάει μονάχα η τύχη.
Η κακοποίηση δεν είναι πάντα μαύρο μάτι ή σπασμένο κόκκαλο. Είναι οι μικρές, καθημερινές ρωγμές που κανονικοποιούνται. Είναι οι θολές δικαιολογίες που έγιναν «στραβός ήταν ο τρόπος που το είπε», είναι το «δεν ήθελα να ταράξω τα νερά», είναι το «ίσως να το παρανόησα». Είναι η σταδιακή διάβρωση της αυτοεκτίμησης. Η κακοποίηση πολλές φορές είναι σιωπή — και μέσα σε αυτή τη σιωπή φωλιάζουν ο φόβος, η αποσιώπηση, η ντροπή. Συναισθήματα που δε λέγονται δυνατά, μέχρι να πάρουν μορφή μέσα σου.
Και η Μελέτη μέσα από τα λόγια της μίλησε για όλους εκείνους που στέκονται ακόμα σιωπηλοί στα γραφεία, στα σπίτια, στις διαδρομές της καθημερινότητας. Για εκείνους που κουβαλούν κάτι βαρύ αλλά δε βρίσκουν λέξεις. Για όσους φοβούνται να πουν «εμένα μου συνέβη», επειδή δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο μοτίβο για το «πώς πρέπει να δείχνει η κακοποίηση». Δεν έχει σημασία μόνο ότι μίλησε ως δημόσιο πρόσωπο. Έχει σημασία ότι μίλησε για κάτι που πολλοί γνωρίζουν, αναγνωρίζουν, αλλά δεν τολμούν να φέρουν στο φως. Και όταν η αλήθεια λέγεται δημόσια — χωρίς ωραιοποίηση, χωρίς περιτύλιγμα — παύει να είναι ατομική και ξεκινα να ανήκει σε όσους τη βίωσαν, σε όσους τη φοβήθηκαν, σε όσους ακόμα παλεύουν να τη διαχειριστούν.
Ήταν ουσιαστικά ένα «δεν είσαι μόνη» προς όσες έχουν αρχίσει να πιστεύουν ότι η σιωπή τους είναι μονόδρομος. Και το πιο δύσκολο απ’ όλα παραμένει αυτό: ότι πολλοί άνθρωποι δεν έχουν βρει ακόμα τον δρόμο να μιλήσουν. Ότι η κακοποίηση συνεχίζει να υπάρχει όχι επειδή είναι αποδεκτή — κάθε άλλο — αλλά επειδή για πολλούς η φράση «κι εγώ αυτό το πέρασα» μοιάζει ακόμα αδύνατη.
