Σε είδα πάλι. Δύο χρόνια μετά. Σε ένα μέρος που δε θα περίμενα να σε δω ποτέ. Έτσι ξαφνικά και τυχαία, στο μπαρ που συχνάζω και τόσες φορές ευχόμουν να σε πετύχω κάποτε. Ομολογώ ότι, για μια στιγμή, ο χρόνος γύρισε πίσω, και μαζί γύρισαν και όλα όσα ζήσαμε. Και ταυτόχρονα και αυτά που δε ζήσαμε, αλλά ονειροπόλησα. Υποθέτω πως όλοι κάποτε στη ζωή μας ζήσαμε για λίγο έναν έρωτα. Έναν έρωτα που μας σημάδεψε, και ίσως κάποτε πιστέψαμε πως πιθανότατα ήταν και ο έρωτας της ζωής μας. Το πιο μεγάλο μας απωθημένο. Εκείνον που, αν και κράτησε λίγο, με το που ακούσουμε το όνομά του, μας κόβονται τα πόδια. Το απωθημένο που κάποτε ίσως ορκιστήκαμε ότι δεν θα ξεπεράσουμε ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, η ζωή έχει άλλα πλάνα και αφήνεις τον χρόνο να τα λυτρώσει ή να τα ξεπεράσει ή πάλι αφήνεις νέα πρόσωπα να έρθουν στη ζωή σου και, με κάποιο τρόπο, πας παρακάτω.

Δε μιλήσαμε, αλλά μίλησαν τα μάτια. Δεν κατάφερες καν να μου κλέψεις ένα χαμόγελο. Περίεργο και αμήχανο. Ένα βλέμμα ήταν αρκετό για να ξανανιώσω πάλι το ίδιο σκίρτημα στο στήθος και την καρδιά μου να βαράει με χίλια. Αν και πραγματικά πίστευα ότι έχω συμφιλιωθεί με τα απωθημένα μου, προσπάθησα πάρα πολύ να κρατήσω το βλέμμα μου μακριά σου, μα ομολογώ πως μου ήταν σχεδόν ακατόρθωτο. Κάπου ανάμεσα σε 250 ανθρώπους και μια βαβούρα με φωνές και μουσικές, εγώ κοιτούσα εσένα. Και όσο κι αν μέσα μου πάλευα να παραμείνω ανέκφραστη, παριστάνοντας πως είμαστε δύο ξένοι, μέσα μου πέθαινα να σου μιλήσω. Ήθελα άλλη μια συζήτηση μαζί σου, μια αγκαλιά που να κρατήσει λίγο παραπάνω απ’ όσο «επιτρέπεται». Ένα «τι κάνεις τώρα;», κρύβοντας ένα «πες μου πώς είσαι στ’ αλήθεια» από πίσω. Και ένα αληθινό «όλα καλά;». Πες τα μου όλα. Και στο τέλος, μια «συγγνώμη» και ένα «μου έλειψες». Ακόμη και ένα σκέτο «μου έλειψες» θα ήταν υπεραρκετό. Υπάρχουν ακόμα βράδια που σκέφτομαι χωρίς λόγο αν είσαι καλά. Και πραγματικά εύχομαι να είσαι, κι ας τραβήξαμε δρόμους χωριστούς.

Η αλήθεια είναι ότι περίμενα να είναι πιο εύκολα τα πράγματα μετά από δύο χρόνια. Τίποτα. Απόσταση και σιωπή. Από την άλλη πάλι, κατά κάποιο τρόπο δεν έφυγες ποτέ από τη ζωή μου. Όχι γιατί δεν το ήθελα ή δεν το προσπάθησα, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που, όσο κι αν θες, δεν μπορείς να τους αφήσεις πίσω σου. Απλώς μαθαίνεις να τους κουβαλάς πιο ήσυχα, σαν ένα μικρό υστερόγραφο σε ένα κείμενο, στο τέλος της σελίδας. Ήθελα να σου πω πως μεγάλωσα. Όχι όπως το λέμε, αλλά αληθινά. Ωρίμασα, βρήκα την άκρη μου, είμαι καλά. Είμαι ακόμη πεισματάρα και έχω κάνει τα λάθη μου, αλλά μέτρησα επιτυχίες, κυνήγησα τα όνειρά μου και υπήρχαν στιγμές που ξεπέρασα τον εαυτό μου με το παραπάνω.

Δεν σου μίλησα, όσο κι αν το ήθελα, γιατί δεν ήθελα να σου δημιουργήσω νέα προβλήματα. Σκέφτηκα πολλές φορές να σου στείλω μήνυμα. Πληκτρολόγησα το όνομά σου και σταμάτησα. Και ίσως αυτό να ήταν το σωστό. Ελπίζα για λίγο για ακόμη ένα τηλεφώνημα. Χωρίς φανφάρες και υποσχέσεις.

Εύχομαι που και που, μέσα μου, να με σκέφτεσαι. Σαν κάτι όμορφο που ανήκει πλέον στο παρελθόν ή σαν κάτι που δεν πρόλαβε να αρχίσει καλά-καλά. Ίσως πάλι σαν μια ευκαιρία που άφησες να πάει χαμένη, γιατί καμιά φορά χρειάζονται και κότσια για να πάει το πράγμα παρακάτω. Το ίδιο σκίρτημα, λοιπόν, δύο χρόνια μετά, που υπενθύμισε πως κάποτε σε ερωτεύτηκα, κι ας μην το παραδέχτηκα ποτέ μου. Και όσα δεν είπαμε τα κρατάμε καλά μέσα μας.

Ελπίζω να είσαι καλά. Αληθινά καλά.

Συντάκτης: Τόνια Κωνσταντίνου