Υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται διάσημοι με την καριερα τους, την εμφάνισή τους, τη δυνατότητά τους να έχουν άριστες δημόσιες σχέσεις. Και υπάρχουν κι εκείνοι που γίνονται αθάνατοι επειδή κάποιος, κάποτε, φώναξε το όνομά τους στην τηλεόραση με απόγνωση. Καλώς ήρθες στο δεύτερο είδος φήμης. Εκεί που δεν κυνηγάς το viral· το viral σε βρίσκει.

Κάπως έτσι γράφτηκε η άτυπη τηλεοπτική ιστορία του Αντώνη Τριανταφυλλίδη. Όχι γιατί βγήκε μπροστά στην κάμερα, ή γιατί είπε κάτι συγκλονιστικό. Αλλά γιατί μια φράση —μία και μοναδική— απέκτησε δική της ζωή:

«Αντώνη αγάπη μου, έλα πάρε με από εδώ».

Μια πρόταση που σήμερα λειτουργεί σαν συλλογικό trigger μνήμης για όλο το ελληνικό ίντερνετ.

 

 

Ο ίδιος ο δημοσιογράφος, εμφανίστηκε 20 χρόνια μετά, για να εξηγήσει πώς βρέθηκε στο επίκεντρο ενός meme που τον ξεπέρασε. Δούλευε στην εκπομπή Παρατράγουδα της Αννίτα Πάνια, σε μια εποχή που η τηλεόραση δεν ήξερε ακόμα τι σημαίνει «κόβεται αυτό». Τα θέματα αργούσαν να βγουν στον αέρα, οι δημοσιογράφοι έρχονταν κοντά με τους καλεσμένους και το πλατό λειτουργούσε λίγο σαν κοινωνικό πείραμα χωρίς manual.

Όταν ήρθε η ώρα να προβληθεί το περίφημο επεισόδιο με την Παναγιώτα —την επονομαζόμενη «παπαδιά»— εκείνη κατέρρευσε ψυχολογικά on air. Και τότε, μέσα στη δυσφορία και τον πανικό της, έσκασε η ατάκα. Ακατέργαστη. Ανθρώπινη. Τόσο δυνατή που δεν χρειαζόταν context. Τόσο δυνατή που, χρόνια αργότερα, επανεμφανίστηκε από το πουθενά.

Καραντίνα. Ίντερνετ. Algorithμικό χάος. Το απόσπασμα ξαναβγήκε στην επιφάνεια, έγινε meme, remix, reaction, inside joke. Πάνω από δέκα εκατομμύρια views. Και κάπου εκεί ο Αντώνης Τριανταφυλλίδης κατάλαβε ότι, όσο κι αν κρύβεσαι, δεν γλιτώνεις όταν το όνομά σου έχει περάσει στο συλλογικό λεξιλόγιο του ελληνικού trolling.

Βέβαια, το story δεν είναι μόνο αστείο. Γιατί τα «Παρατράγουδα» —και γενικά η τηλεόραση εκείνης της εποχής— έχουν δεχτεί έντονη κριτική για το κατά πόσο ήταν ηθικό αυτό που έκαναν. Για το αν «έπαιζαν» με ανθρώπους σε ευάλωτη ψυχολογική κατάσταση. Για το αν το κοινό γελούσε εκεί που κάποιος άλλος λύγιζε ή δεν είχε την απόλυτη ψυχική διαύγεια. Και ναι, αυτή η συζήτηση δεν είναι άκυρη. Δεν ήταν όλοι έτοιμοι για prime time. Και σίγουρα όχι όλοι προστατευμένοι.

Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό το γκρίζο τοπίο, μια φράση επιβίωσε. Όχι για να κοροϊδέψει απαραίτητα, αλλά γιατί συμπύκνωσε κάτι βαθύτερο: την ανάγκη να σε πάρει κάποιος «από εδώ». Από το χάος. Από την έκθεση. Από μια στιγμή που δεν αντέχεται.

Τελικά, δεν ήταν επινοημένο πρόσωπο. Δεν ήταν χαρακτήρας. Ήταν ένας Αντώνης με σάρκα και οστά. Και ένα όνομα που απέδειξε πως, καμιά φορά, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα για να μείνεις για πάντα. Αρκεί να σε φωνάξουν.