Υπάρχουν φορές που η τέχνη επιστρέφει εκεί όπου η ιστορία έχει αφήσει κενά. Η επικείμενη κινηματογραφική μεταφορά του Hamnet, βασισμένη στο βραβευμένο μυθιστόρημα της Maggie O’Farrell, επιχειρεί ακριβώς αυτό: να φωτίσει μια ιστορία που έμεινε για αιώνες στο περιθώριο της βιογραφίας του Σαίξπηρ. Όχι τη ζωή του ίδιου, αλλά εκείνη του γιου του, ενός παιδιού που πέρασε σχεδόν απαρατήρητο από τα αρχεία της ιστορίας.
Η ταινία προσεγγίζει το γεγονός μέσα από μια λυρική, συναισθηματική αφήγηση, εστιάζοντας στο οικογενειακό περιβάλλον και κυρίως στη μητέρα. Αντί να παρουσιάζει τον Σαίξπηρ ως τον κεντρικό δημιουργό-μύθο, μετακινεί το βάρος στην καθημερινότητα μιας οικογένειας που βιώνει την απώλεια. Η κινηματογραφική ματιά δίνει έμφαση στην ατμόσφαιρα, στη μνήμη και στο πένθος, αντιμετωπίζοντας το ιστορικό γεγονός όχι ως βιογραφικό επεισόδιο αλλά ως πραγματική ανθρώπινη εμπειρία. Και το ιστορικό γεγονός είναι απλό και σχεδόν ωμό μέσα στη λιτότητά του.

Το 1585, στο Στράτφορντ-απόν-Έιβον, γεννήθηκαν τα δίδυμα παιδιά του Σαίξπηρ και της Αν: η Judith και ο Hamnet. Για τη ζωή του αγοριού γνωρίζουμε ελάχιστα, σχεδόν τίποτα πέρα από τη βάφτισή του και την καταγραφή του θανάτου του. Πέθανε το 1596, μόλις έντεκα ετών. Η αιτία δε σημειώθηκε ποτέ. Σε μια εποχή όπου η παιδική θνησιμότητα ήταν συχνή, τέτοιες απώλειες καταγράφονταν χωρίς εξηγήσεις, αφήνοντας πίσω μόνο ημερομηνίες. Ωστόσο, η παρουσία του παιδιού επιβιώνει μέσα από μια λεπτομέρεια που δεν έπαψε να προκαλεί ερωτήματα: το όνομά του. Hamnet και Hamlet ήταν τότε σχεδόν εναλλάξιμες μορφές του ίδιου ονόματος.

Λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του εμφανίζεται η τραγωδία Άμλετ. Καμία ιστορική απόδειξη δε συνδέει άμεσα τα δύο γεγονότα, αλλά η χρονική εγγύτητα και το θεματικό βάρος του έργου άφησαν χώρο για ερμηνείες, υποθέσεις και καλλιτεχνικές αναγνώσεις. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η σύγχρονη αφήγηση, λογοτεχνική και κινηματογραφική. Δεν προσπαθεί να επιβεβαιώσει ιστορικά συμπεράσματα. Αντίθετα, επιχειρεί να φανταστεί όσα δεν καταγράφηκαν: τη σχέση μητέρας και παιδιού, το τραύμα της απώλειας, τη σιωπή που μπορεί να ακολούθησε μέσα στην οικογένεια. Πρόκειται περισσότερο για μια εξερεύνηση συναισθημάτων παρά για μια ανακατασκευή γεγονότων. Και ίσως αυτό να είναι το σημείο όπου η ιστορία αποκτά διαχρονικότητα.

Γιατί η ταινία, όπως και το βιβλίο, δεν αφορά μόνο έναν λογοτεχνικό μύθο. Αφορά το πώς η απώλεια μετατρέπεται σε μνήμη, πώς η μνήμη γίνεται αφήγηση και πώς η αφήγηση περνά μέσα στον πολιτισμό. Μετατοπίζει το βλέμμα από τον δημιουργό προς τους ανθρώπους γύρω του, ειδικά εκείνους που συχνά παραμένουν αόρατοι πίσω από τα μεγάλα ονόματα.

Ο Hamnet δεν άφησε πίσω του έργο, επιστολές ή προσωπική ιστορία. Άφησε μόνο ένα ίχνος μέσα από μια πιθανή σύνδεση, μέσα από μια οικογενειακή μνήμη που δεν καταγράφηκε ποτέ. Κι όμως, αιώνες μετά, η ιστορία του επιστρέφει μέσα από την τέχνη διεκδικώντας χώρο στη συλλογική φαντασία. Τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο αυτής της κινηματογραφικής αφήγησης: όχι να απαντήσει στο τι συνέβη, αλλά να θυμίσει ότι πίσω από κάθε πολιτισμικό σύμβολο υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία, συχνά εύθραυστη και σιωπηλή, που αξίζει να ειπωθεί.
