Αυτό δεν είναι απλώς μια διαπίστωση, είναι μια καθημερινή πραγματικότητα με βαθιές ρίζες που περνάει σχεδόν αθόρυβα, σαν να είναι φυσικός νόμος, από γενιά σε γενιά. Δεν έχουμε ίσες προσδοκίες, έχουμε ίσες απαιτήσεις μόνο από τη μία μεριά.

Ο απόντας πατέρας συχνά βαφτίζεται «μπερδεμένος», «πιεσμένος», «δεν του βγήκε», «δεν τα κατάφερε». Του δίνουμε χρόνο, του δίνουμε ελαφρυντικά, του δίνουμε δεύτερες ευκαιρίες πριν καν ζητήσει συγγνώμη. Αν εμφανιστεί μια φορά στο σχολείο, θα ακούσει «μπράβο που ήρθες». Αν κρατήσει το παιδί ένα Σαββατοκύριακο, θα θεωρηθεί «παρών». Ο πήχης είναι χαμηλός — και τον περνά με τα βασικά. Τον κατανοούμε, τον συμπονούμε και τον συγχωρούμε σχεδόν αυτόματα.

Η κουρασμένη μητέρα όμως; Εδώ ο πήχης ανεβαίνει ασφυκτικά. Δεν έχει περιθώριο, δεν έχει δικαίωμα ανθρώπινης αδυναμίας. Αν λυγίσει, είναι «υπερβολική», αν θυμώσει, «υστερική». Αν ζητήσει βοήθεια, «γκρινιάζει», αν βγει ένα βράδυ, «τα άφησε». Αν πει ότι δεν αντέχει, θα ακούσει το γνωστό: «Εσύ τον επέλεξες». Η κοινωνία δεν συγχωρεί τη μητρική εξάντληση. Τη θεωρεί υποχρέωση, αυτονόητη, σιωπηλή, αόρατη.

Κι όμως, η μητέρα είναι εκεί. Στις 3 το πρωί με πυρετό, στους γιατρούς, στα σχολεία, στη ρουτίνα, στις δύσκολες ερωτήσεις. Στις μέρες που πρέπει να είναι και μάνα και πατέρας. Και στα βράδια που πέφτει στο κρεβάτι με ενοχές γιατί πιστεύει πως δεν έκανε αρκετά. Η κοινωνία συνεχώς της ζητά και εκείνη δεν σταματά να δίνει.

Η απόσταση του πατέρα συχνά περιγράφεται ως «συναισθηματική δυσκολία». Η κούραση της μητέρας ως «ανικανότητα διαχείρισης». Γιατί; Γιατί ακόμα κουβαλάμε ένα βαθύ αφήγημα: ο πατέρας «βοηθάει». Η μητέρα «οφείλει». Όταν ο πατέρας φύγει, πολλοί θα πουν «έλα μωρέ, συμβαίνουν αυτά». Όταν η μητέρα καταρρεύσει, θα ψιθυρίσουν «κάτι δεν έκανε σωστά». «Είναι μάνα, ε ο άντρας άντρας είναι».

Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Είναι πολιτισμικό και μεταφέρεται ακόμα και ανάμεσα σε γυναίκες μέχρι και σήμερα. Μεγαλώσαμε άντρες χωρίς συναισθηματική εκπαίδευση και γυναίκες με υπερβολική αίσθηση ευθύνης. Και συνεχίζουμε να αναπαράγουμε το ίδιο μοτίβο, σαν να μην βλέπουμε τη ζημιά. Μας έφαγε το «οι άντρες δεν κλαίνε» και το «μη λες πολλά, είσαι γυναίκα».

Ας πούμε όμως και κάτι δύσκολο τώρα. Ο απόντας πατέρας δεν είναι απλώς «κακός σύντροφος». Είναι ρωγμή στην ψυχή ενός παιδιού, είναι καρκίνωμα. Και η κουρασμένη μητέρα δεν είναι «αδύναμη», είναι άνθρωπος. Ένα παιδί δεν χρειάζεται τέλειους γονείς, χρειάζεται παρόντες. Και η παρουσία δεν είναι μόνο οικονομική, δεν είναι μόνο βιολογική. Είναι συναισθηματική, είναι συνέπεια, είναι σταθερότητα, είναι στιγμές, είναι πρόγραμμα.

Όταν η κοινωνία χειροκροτεί τον πατέρα για τα αυτονόητα και απαιτεί από τη μητέρα το αδύνατο, δημιουργεί μια βαθιά ανισορροπία. Και αυτή η ανισορροπία δεν πληγώνει μόνο τις γυναίκες, πληγώνει κυρίως τα παιδιά. Γιατί τους μαθαίνει ότι η φροντίδα είναι γυναικεία υποχρέωση και η ευθύνη αντρική επιλογή.

Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί οι γυναίκες καίγονται, γιατί εξαντλούνται, γιατί θυμώνουν. Γιατί δεν αντέχουν άλλο να είναι «οι δυνατές». Η δύναμη δεν είναι να αντέχεις τα πάντα, η δύναμη είναι να μη χρειάζεται να τα αντέχεις μόνη. Κάθε φορά που χαϊδεύουμε την απουσία και τιμωρούμε την εξάντληση, στέλνουμε ένα μήνυμα στα παιδιά μας: Ότι ο ένας μπορεί να φεύγει και ο άλλος οφείλει να μένει. Ότι η αγάπη της μητέρας είναι δεδομένη και η παρουσία του πατέρα προαιρετική. Και αυτό δεν είναι απλώς άδικο. Είναι επικίνδυνο.

Μεγαλώνουμε κορίτσια που θα μάθουν να αντέχουν τα πάντα και αγόρια που θα μάθουν ότι αρκεί να κάνουν τα ελάχιστα. Μεγαλώνουμε ενήλικες που θα φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια και άλλους που δεν θα μάθουν ποτέ να αναλαμβάνουν πλήρως την ευθύνη τους. Φέρνουμε στον κόσμο παιδιά που από πολύ μικρή ηλικία πια ζουν με το άγχος αν έκαναν αυτά κάτι λάθος και ο μπαμπάς χάνεται.

Η μητέρα που λύγισε δεν είναι αποτυχία. Είναι το σύστημα που στηρίχτηκε πάνω της και την άφησε μόνη. Κι ο πατέρας που έφυγε δεν είναι «μια κακή στιγμή», είναι επιλογή. Κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε να βαφτίζουμε την απουσία «αδυναμία» και την εξάντληση «υπερβολή». Στο σήμερα, που το ποσοστό των διαζυγίων είναι τεράστιο, η παρουσία και των δύο γονέων οφείλει να είναι υποχρέωση και όχι δικαίωμα.

Γιατί η αλήθεια είναι απλή και βαριά: Το παιδί θυμάται ποιος ήταν εκεί. Και η κοινωνία θυμάται ποιον συγχωρήσαμε χωρίς να αλλάξει. Αν θέλουμε πραγματικά μια πιο δίκαιη πραγματικότητα, ας αρχίσουμε από το σπίτι. Από τη φράση που δεν θα πούμε, από τη σιωπή που δεν θα χαρίσουμε, από την ευθύνη που δεν θα μεταφέρουμε πάντα στη μητέρα, από την αλήθεια που θα σταματήσουμε να κρύβουμε.

Γιατί η αγάπη δεν είναι φύλο. Είναι παρουσία. Δεν μπορείς να λες «αγαπώ» ένα παιδί και να εξαφανίζεσαι ή να έχεις παρουσία όποτε σε βολεύει, αυτό δεν λέγεται γονέας, λέγεται στην καλύτερη «διασκεδαστής – κλόουν – ακροβάτης». Όποιος δεν μένει, δεν μπορεί να ζητά κατανόηση, μπορεί μόνο να αναλάβει το κόστος της απουσίας του.

Μέχρι να αλλάξει αυτό, θα συνεχίσουμε να ζούμε σε μια κοινωνία που συγχωρεί την απουσία και τιμωρεί την εξάντληση. Και αυτό δεν είναι φυσικό. Η απουσία από το πλάσμα που έφερες στον κόσμο είναι καθαρή επιλογή, και η επιλογή αυτή έρχεται με συνέπειες. Γιατί στο τέλος της μέρας το πιο βαρύ δικαστήριο δεν είναι η κοινωνία. Είναι τα μάτια του παιδιού σου όταν θα σε ρωτήσει «γιατί», και εκεί δεν υπάρχουν ελαφρυντικά.

Η ερώτηση είναι: θα συνεχίσουμε να δικαιολογούμε τα αδικαιολόγητα;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος φεύγει, είναι ποιος μένει να εξηγεί την απουσία στο παιδί. Κάθε φορά που ένας πατέρας γίνεται «δικαιολογημένος» και μια μητέρα «υπερβολική», κάπου μια παιδική ψυχή μαθαίνει να κανονικοποιεί το κενό. Να συνηθίζει τη σιωπή, να μικραίνει τις ανάγκες της για να μη κάνει θόρυβο.

Δεν είναι απλώς θέμα ρόλων, είναι θέμα αποτυπωμάτων. Γιατί το παιδί δεν ακούει τις κοινωνικές μας δικαιολογίες, απλώς νιώθει την απουσία.Και όταν η κοινωνία συγχωρεί εκείνον που λείπει αλλά αυστηροποιεί το βλέμμα σε εκείνη που μένει, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο.

Η εγκατάλειψη αντέχεται. Η κούραση δεν επιτρέπεται.

Και κάπως έτσι, η πιο εύθραυστη καρδιά μέσα στο δωμάτιο — η παιδική — γίνεται ο σιωπηλός αποδέκτης μιας αδικίας που δεν διάλεξε ποτέ

Συντάκτης: Έλενα Τσάνου