Έχει σημασία ποια το λέει. Αλλά έχει μεγαλύτερη σημασία τι λέει.

Η Αριάν Λαμπέντ, με ένα προσωπικό της άρθρο στην Καθημερινή, έβαλε στο τραπέζι μια συζήτηση που στην Ελλάδα παραμένει άβολη: τη μεταχείριση των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Και το έκανε από μια θέση που συνδυάζει ιδιωτική εμπειρία και δημόσια ευθύνη.

«Το όνομά μου είναι Αριάν Λαμπέντ. Είμαι Γαλλίδα και ζω στην Αθήνα», γράφει. Μεγαλωμένη σε αριστερή οικογένεια, με γονείς καθηγητές στη δημόσια εκπαίδευση, κουβαλούσε μια βαθιά πίστη στους θεσμούς. Η Δικαιοσύνη, όπως και για πολλούς από εμάς, ήταν ένα πλαίσιο ασφάλειας, ένας μηχανισμός ισορροπίας.

 

Αριάν Λαμπέντ: Η σύζυγος του Γιώργου Λάνθιμου στις Κάννες με την πρώτη της  σκηνοθετική προσπάθεια - CNN.gr

Στην εφηβεία της βίωσε δύο βιασμούς, καθώς και επαναλαμβανόμενη σεξουαλική παρενόχληση. Περιγράφει μια κατάσταση σχεδόν μηχανικής επιβίωσης: «Μπήκα στον αυτόματο πιλότο». Η καθημερινότητα συνέχισε, οι σπουδές, οι σχέσεις, η ζωή. Τα γεγονότα υποβαθμίστηκαν εσωτερικά, σαν να αποτελούσαν κομμάτι μιας «κανονικότητας» που συνοδεύει πολλές γυναίκες από μικρή ηλικία. Η ταυτότητα του θύματος έμοιαζε πιο απειλητική από το ίδιο το τραύμα.

Το αλκοόλ έγινε τρόπος διαχείρισης. Ένα φίλτρο που θόλωνε τη μνήμη και ταυτόχρονα καθυστερούσε τη σύγκρουση με όσα είχαν συμβεί. Στις 21 Δεκεμβρίου 2021 πήρε την απόφαση να σταματήσει να πίνει. Εκείνη η ημερομηνία λειτουργεί στο κείμενό της σαν σημείο καμπής: η αρχή μιας συνειδητής αντιπαράθεσης με το παρελθόν.

 

Ο Γιώργος Λάνθιμος με τη σύζυγό του στο ΣΕΦ για το Ολυμπιακός - Μπαρτσελόνα

 

Το 2022 συνίδρυσε στη Γαλλία οργάνωση κατά της σεξιστικής και σεξουαλικής βίας, με ξεκάθαρο στόχο τη στήριξη θυμάτων και τη διασφάλιση ότι το Me Too movement αποκτά θεσμικό και κοινωνικό βάθος. Μέσα από καμπάνια crowdfunding συγκεντρώθηκαν χρήματα για δικαστικά έξοδα. Κατατέθηκαν τέσσερις μηνύσεις· δύο έγιναν δεκτές. Η μία αφορούσε κορίτσι που γνώρισε τον βιαστή της στα 14. Το στοιχείο αυτό από μόνο του φωτίζει το μέγεθος του προβλήματος.

Η εμπειρία της στην ελληνική δικαστική αίθουσα στάθηκε καταλυτική. Κατέθεσε ως μάρτυρας υπέρ γυναίκας που κατήγγειλε βιασμό. Τη γνώριζε χρόνια. Η αφήγηση, όπως τη μεταφέρει, συνοδευόταν από συμπτώματα μετατραυματικού στρες και γυναικολογικά προβλήματα που επιβεβαίωναν τη βία. Παρ’ όλα αυτά, το Συμβούλιο δεν πείστηκε, επικαλούμενο το γεγονός ότι την περίοδο των γεγονότων υπήρχε σχέση με τον κατηγορούμενο. Ο βιασμός εντός σχέσης αναγνωρίζεται νομικά από το 2006, ωστόσο η ύπαρξη συντροφικής σχέσης φάνηκε να βαραίνει περισσότερο από τη νομική πρόβλεψη.

Μέσα στην αίθουσα, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της, τον Γιώργο Λάνθιμο, βίωσε – όπως περιγράφει – μια αίσθηση απαξίωσης. Οι ερωτήσεις επικεντρώθηκαν συχνά στο γεγονός ότι είχε ιδρύσει οργάνωση για τα δικαιώματα των γυναικών. Η ιδιότητά της ως ακτιβίστριας μετατράπηκε σε πεδίο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της. Παράλληλα, ο συνήγορος υπεράσπισης επέλεξε να γελοιοποιήσει το #MeToo, συνδέοντάς το με υποτιθέμενη ασυνέπεια απέναντι στη Δικαιοσύνη.

Ένα ακόμη κομμάτι του κειμένου της αφορά το οικονομικό σκέλος. Η δικαστική διεκδίκηση απαιτεί χρήματα: ιατρική φροντίδα, ψυχολογική υποστήριξη, αμοιβές δικηγόρων, διαδικαστικά έξοδα. Το τραύμα αποκτά και λογιστική διάσταση. Η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη δεν είναι ίδια για όλες.

Το ερώτημα που θέτει συνοψίζει τον πυρήνα του προβλήματος, κι εν τέλει και του προβληματισμού ως προς αυτό: «Άραγε πόσο ίσες είμαστε όλες απέναντι στη Δικαιοσύνη;» Πρόκειται για ερώτημα θεσμικό, κοινωνικό και βαθιά πολιτικό. Αγγίζει τη λειτουργία των δικαστηρίων, τα στερεότυπα που επιβιώνουν μέσα σε αυτά, αλλά και την αντοχή των θυμάτων που καλούνται να αποδείξουν ξανά και ξανά την αλήθεια τους. Τα θύματα που συχνά εξαντλουνται από το σύστημα, πριν καν φτάσουν στην ετυμηγορία.