Δεν ξέρω πότε ακριβώς αρχίζει μια πόλη να μικραίνει. Ίσως όταν κλείνουν τα βιβλιοπωλεία της. Όχι τα μεγάλα, τα φωτισμένα, με τις στοίβες των ευπώλητων στην είσοδο και την αίσθηση ότι μπήκες σε αεροδρόμιο. Εκείνα αντέχουν. Έχουν χώρο, έχουν κεφάλαιο, έχουν ράφια που ανανεώνονται με την ταχύτητα του αλγορίθμου. Η πόλη μικραίνει όταν κλείνουν τα άλλα, τα μικρά, τα ειδικά, τα  πεισματικά. Το Λεξικοπωλείο ήταν ένα τέτοιο μέρος. Ένα βιβλιοπωλείο αφιερωμένο στη γλώσσα μας,  όχι μόνο ως αντικείμενο, αλλά ως περιέργεια. Ως σχέση. Ως διαδρομή από λέξη σε λέξη και από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μπορούσες να μπεις για ένα λεξικό και να φύγεις με μια ιδέα. Ή με την αίσθηση ότι κάπου, σε μια γωνιά της Αθήνας, υπήρχε ακόμα χώρος για όσους αγαπούν τις λέξεις λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται.

Υπήρχε μια εποχή, όχι τόσο μακρινή όσο νομίζουμε, που το βιβλιοπωλείο δεν ήταν χώρος αγοράς αλλά χώρος παραμονής. Έμπαινες και δεν υπήρχε βιασύνη. Το ξύλινο πάτωμα έτριζε ελαφρά, τα ράφια είχαν ύψος σχεδόν ανθρώπινο, και τα βιβλία δεν ήταν «περιεχόμενο» αλλά σώματα με βάρος και υφή. Ακουμπούσες τις ράχες με το δάχτυλο, διάβαζες τίτλους στο πλάι, τραβούσες ένα βιβλίο χωρίς να ξέρεις γιατί και αυτό ήταν αρκετό. Δεν υπήρχε σύσταση αλγορίθμου, μόνο η πιθανότητα της ανακάλυψης. Και ο βιβλιοπώλης δεν ήταν πωλητής. Ήταν κάτι ανάμεσα σε φύλακα και συνομιλητή. Ήξερε πού βρίσκεται κάθε τι, αλλά κυρίως ήξερε πώς να σε αφήσει να ψάξεις. Μπορούσες να τον ρωτήσεις «κάτι σαν αυτό» και να σου φέρει κάτι που δεν είχες σκεφτεί. Υπήρχε μια εμπιστοσύνη εκεί, ότι κάποιος άλλος άνθρωπος, με τα δικά του διαβάσματα και τις δικές του εμμονές, μπορούσε να σου ανοίξει έναν δρόμο μέσα στις λέξεις.

 

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη To Lexikopoleio (@lexikopoleio)

 

Αυτή η εμπειρία, η αργή περιπλάνηση, το τυχαίο εύρημα, η ήσυχη συνενοχή με έναν άγνωστο που αγαπά τα ίδια πράγματα, είναι που νοσταλγούμε όταν μιλάμε για «παλιά βιβλιοπωλεία». Όχι τη σκόνη ούτε την αισθητική. Τον ρυθμό. Την ανθρώπινη μεσολάβηση. Το ότι το βιβλίο ερχόταν σε σένα μέσα από έναν τόπο και έναν άνθρωπο, όχι από μια αποθήκη.

 

 

Οι άνθρωποι του Λεξικοπωλείου το αποχαιρέτησαν όπως του άξιζε: «Περάσαμε πολύ όμορφα. Αντίο και ευχαριστώ.» Δεν είναι δραματικό. Δεν είναι οργισμένο. Είναι σχεδόν ευγενικό. Και αυτό είναι που μας φορτίζει περισσότερο συναισθηματικά.  Γιατί τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία δεν κλείνουν με θόρυβο. Δεν καταρρέουν. Απλώς, κάποια στιγμή, δεν αντέχουν άλλο. Τα ενοίκια ανεβαίνουν, οι συνήθειες αλλάζουν, οι αγορές μετακινούνται σε οθόνες, και οι πόλεις αθόρυβα γίνονται λίγο λιγότερο φιλικές προς ό,τι δεν είναι κλίμακας. Όταν κλείνει ένα τέτοιο βιβλιοπωλείο, δεν χάνεται μόνο ένα κατάστημα. Χάνεται ένας μικρός τρόπος να υπάρχεις μέσα στην πόλη. Ένας ρυθμός πιο αργός, πιο ανθρώπινος, πιο απρόβλεπτος. Ένας τόπος όπου το διάβασμα δεν ήταν προϊόν αλλά πράξη. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις αμέσως, η πόλη μικραίνει. Χάνει μια γωνιά σκέψης. Μια εστία γλώσσας. Ένα καταφύγιο για όσους χρειάζονται λέξεις για να καταλάβουν τον κόσμο.

Au revoir, Λεξικοπωλείο. Σε ευχαριστούμε για τον χώρο που κράτησες ανοιχτό μέσα στην πόλη και μέσα μας.

Συντάκτης: Σταματούλα Ψυχιά