Η αλήθεια είναι ότι κανείς δε σε προετοιμάζει για το πρώτο σου μπάτσελορ. Κάπου ανάμεσα σε μακροχρόνιες σχέσεις, που έχεις μεγαλώσει κι εσύ μαζί τους, έρχεται και ο πρώτος γάμος της παρέας. Και μαζί του, το πρώτο μπάτσελορ. Τι κι αν το βλέπεις να έρχεται. Τι κι αν το έχεις σίγουρο. Το σοκ — όσο κι αν προσπαθείς — δεν το γλιτώνεις. Είναι κάτι save the date, κάτι group chats με τα μηνύματα να πέφτουν βροχή, και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά οι πρώτες σκέψεις του τύπου: «Πότε μεγαλώσαμε;» Και κυρίως: πότε φτάσαμε σε ηλικία να οργανώνουμε το πρώτο μας μπάτσελορ; Και όσο κι αν παλεύεις μέσα σου να το παίξεις ψύχραιμη, μια μικρή κρίση ηλικίας σε διακατέχει.
Ένα μπάτσελορ, ιδανικά, είναι η τέλεια ευκαιρία για πάρτι με την παρέα. Ίσως ένα τελευταίο πάρτι πριν τα πράγματα σοβαρέψουν μια και καλή. Εντούτοις, όμως, το μπάτσελορ δεν είναι απλώς ένα πάρτι. Είναι και μια πιο επίσημη επιβεβαίωση ότι ο φίλος/η φίλη σου παντρεύεται και, κατά κάποιο τρόπο, ένα milestone. Ένα milestone που, με άλλα λόγια, λέει «μπήκαμε σε άλλη πίστα», υπενθυμίζοντας ότι ο χρόνος περνάει και ότι μεγαλώνουμε. Και όσο κι αν δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, οι ζωές μας αλλάζουν μορφή. Οι ζωές μας μεταλλάχτηκαν από κάτι αυθόρμητα ποτά μετά το γραφείο μια χαλαρή Πέμπτη, σε τριήμερα προγράμματα με προορισμό για μπάτσελορ. Από εκεί που συζητάγαμε τα φλερτ από το σχολείο, που πετυχαίναμε τυχαία στον δρόμο, φτάσαμε να συζητάμε το «πότε με το καλό ο γάμος;» και «πότε θα κάνουμε παιδιά;». Και στην ίδια πορεία σκέψης, αυτό το πολυπόθητο μπάτσελορ μετατρέπεται σε μια ψυχοθεραπεία με κρασί και σαμπάνια.
Ομολογώ ότι το μπάτσελορ μπορεί να λειτουργήσει και σαν καθρέφτης, με κάποιον τρόπο. Ίσως να είναι η τέλεια αφορμή για μια προσωπική ανασκόπηση. Την πρώτη εκείνη στιγμή που θα τη δεις να δοκιμάζει νυφικά, κάτι μέσα σου θα κάνει μια έκρηξη. Είναι κάτι ανάμεσα σε χαρά, ενθουσιασμό και συγκίνηση, που θα σε πάει πίσω στον χρόνο, σε ό,τι ζήσατε παρέα. Ήταν εκείνες οι μεγάλες αναλύσεις που κάνατε μετά από κάθε ραντεβού, αναλύοντας με τις ώρες πράγματα και καταστάσεις. Το κάθε μεθύσι που κάνατε παρέα και την επόμενη μέρα ορκιζόσασταν μαζί «ποτέ» ξανά. Τα καλοκαιρινά ταξίδια σας, που ευχόσασταν να κρατήσει για πάντα αυτή η ξέγνοιαστη ανεμελιά. Και ξαφνικά θα συνειδητοποιήσεις πόσο έχεις ωριμάσει ως άνθρωπος και πώς εξελίχθηκες σε αυτό που είσαι σήμερα. Δε συζητάτε πλέον τα ίδια πράγματα. Οι κουβέντες έχουν άλλο περιεχόμενο, οι προτεραιότητες, θέλοντας και μη, έχουν αλλάξει και έχουν πάρει άλλη σειρά. Ακόμη και το «πάμε όπου βγει» έγινε «ας το κανονίσουμε από πριν, να οργανωθούμε λιγάκι». Κάπου εκεί πιάνεις και τον εαυτό σου να αναρωτιέται τι σου έχει συμβεί, μιας και ήσουν γνωστή για το πόσο της τελευταίας στιγμής είσαι.
Η αλήθεια είναι ότι αυτή η όλη διαδικασία σε βάζει να σταθείς για λίγο και να αναρωτηθείς: εγώ πού ακριβώς βρίσκομαι; Είμαι όντως εδώ που θέλω ή έστω φανταζόμουν να είμαι; Είναι κάτι ανάμεσα σε υπαρξιακή κρίση και έναν εσωτερικό έλεγχο. Ξέρεις, εκεί που τσουγκράς ποτήρια με σαμπάνια και πίνεις στην υγεία της νύφης, κάνεις έναν εσωτερικό απολογισμό. Κάθε μπάτσελορ, υποθέτω, σηματοδοτεί το τέλος μιας ανέμελης εποχής, δίχως πολλές «υποχρεώσεις» ενηλικίωσης.
Και στην τελική, ίσως όντως να είναι μια κρίση ηλικίας, αλλά μια όμορφη κρίση — ή απλώς μια φυσική μετάβαση, μιας και ένας κύκλος θα κλείσει, αλλά θα ανοίξουν άλλοι παρέα. Γιατί είναι όμορφο να μεγαλώνουμε μαζί. Και ναι, θα συγκινηθείς και θα πεις «Πότε πέρασαν τα χρόνια;». Αλλά θα είσαι εκεί, μαζί τους, στο επόμενο κεφάλαιο της ζωής τους, που εύχομαι να είναι πραγματικά και το πιο ωραίο
