Τρεις λέξεις συμπυκνώνουν με ωμότητα την πραγματικότητα της τραγωδίας των Τεμπών: «Είμαστε κλεισμένοι μέσα». Η μαρτυρία της 22χρονης τότε Αγγελικής, επιβάτιδας στο πέμπτο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου 2023, και του πατέρα της, Δημητρη, στα ΝΕΑ, δεν προσθέτει απλώς ένα ακόμη προσωπικό βίωμα στον κατάλογο των αφηγήσεων. Καταγράφει με σαφήνεια τις συνθήκες εγκλωβισμού που επικράτησαν αμέσως μετά τη σύγκρουση. Συνθήκες που, τρία χρόνια μετά, παραμένουν κεντρικό ερώτημα ευθύνης.
«Είχαμε κάνει μια πολύ μεγάλη στάση λίγο πριν τη σύγκρουση, που είχε κρατήσει περίπου μία ώρα, γιατί μας είπαν ότι έχει συρμό μπροστά. Γενικά είχε πολύ μεγάλη καθυστέρηση το τρένο και μάλιστα είχα πάρει τηλέφωνο τη μητέρα μου για να της το πω. Λίγη ώρα μετά έκλεισα τα μάτια μου για να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν να πάω να πάρω και ένα νερό από το μπαρ, αλλά έλεγα «τώρα ποιος σηκώνεται; Θα φτάσουμε κάποια στιγμή Θεσσαλονίκη, πού θα πάει»».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, το βαγόνι είχε πάρει κλίση από την πρόσκρουση και οι επιβάτες είχαν πέσει από τα καθίσματα στο πάτωμα. Ο φωτισμός είχε διακοπεί, δημιουργώντας συνθήκες πλήρους αποπροσανατολισμού. Μέσα στο σκοτάδι ακούγονταν φωνές ότι υπάρχει φωτιά, ενώ από τα παράθυρα ήταν ήδη ορατές φλόγες χαμηλά, εξωτερικά του βαγονιού. Κάποιοι επιβάτες προσπάθησαν να προσεγγίσουν και να ανοίξουν την πόρτα, χωρίς να τα καταφέρουν. Η ίδια, πεσμένη ανάμεσα σε καθίσματα και αποσκευές, προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί, θεωρώντας αρχικά ότι το τρένο είχε εκτροχιαστεί. Η συνειδητοποίηση της φωτιάς ήρθε από τους άλλους: «φωνάζανε ότι καίγεται». Το κρίσιμο στοιχείο της μαρτυρίας δεν είναι μόνο η σύγκρουση, αλλά ό,τι ακολούθησε αμέσως μετά. Επιβάτες ζωντανοί, χωρίς εμφανή αρχικά τραύματα, παρέμεναν μέσα σε βαγόνι χωρίς φωτισμό και χωρίς δυνατότητα άμεσης εκκένωσης, ενώ η φωτιά ήταν ήδη ορατή απ’ έξω.
«Εκείνη τη στιγμή έγινε η σύγκρουση. Εγώ, όπως και οι υπόλοιποι στο βαγόνι, πέσαμε κάτω. Θυμάμαι ότι είχα μια κυρία μπροστά μου που είχε επιβιβαστεί στη Λάρισα και είχε πέσει και εκείνη. Εγώ ήμουν από την αριστερή πλευρά του βαγονιού που είχε γείρει και σηκώθηκα να πάω προς το παράθυρο γιατί όλοι φώναζαν ότι έχει φωτιά. Ηταν έξω χαμηλά, έτσι όπως κοιτούσες προς τα κάτω ήταν το μόνο πράγμα που φαινόταν γιατί είχαν κοπεί τα φώτα.
Επικρατούσε πανικός, κάποιοι φώναζαν, μια κοπέλα έπεσε κάτω. Μια άλλη με έπιασε από τους ώμους και μου φώναζε «καταλαβαίνεις πόσο επικίνδυνο είναι αυτό;». Εγώ αυτό που έκανα εκείνη τη στιγμή, επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά, ήταν να πάρω τη μητέρα μου τηλέφωνο».
Η κλήση της Αγγελικής προς τους γονείς της έπεσε σαν «βόμβα», όπως περιγράφει χαρακτηριστικά ο πατέρας της. «Βρισκόμασταν στο σπίτι, βλέπαμε τηλεόραση και χτύπησε το τηλέφωνο της γυναίκας μου την οποία καλούσε η κόρη μου. Οταν μας πήρε ήταν ακόμα μέσα στο βαγόνι. Η γυναίκα μου πανικοβλήθηκε και μου πέταξε στην κυριολεξία το κινητό λέγοντας ότι κάτι φοβερό συμβαίνει. Το παιδί μας έλεγε ότι κάτι έχει γίνει, ότι υπάρχουν φωτιές και από πίσω ακούγαμε φωνές μέσα στο βαγόνι από άλλα παιδιά, από άλλους νέους ανθρώπους οι οποίοι προσπαθούσαν να βγουν και έσπασαν την πόρτα. Εκεί η κόρη μας μάς λέει «σας αφήνω, προσπαθούμε να βγούμε έξω, θα σας πάρω σε λίγο»»
Η αδυναμία ανοίγματος των θυρών, που αναφέρει η Αγγελική, δεν αποτελεί δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Σε περιστατικά σύγκρουσης με πυρκαγιά, η ταχεία έξοδος είναι καθοριστικός παράγοντας επιβίωσης. Η καταγραφή ότι επιβάτες επιχειρούσαν να ανοίξουν την πόρτα χωρίς αποτέλεσμα, ενώ η φωτιά ήταν ήδη αντιληπτή, μεταφέρει το επίκεντρο από τη στιγμή της σύγκρουσης στη φάση που ακολούθησε: εκεί όπου η διαφυγή έπρεπε να είναι εφικτή και δεν ήταν.
Τρία χρόνια μετά, η δημόσια μνήμη των Τεμπών παραμένει φορτισμένη, αλλά οι ίδιες οι μαρτυρίες δείχνουν κάτι πιο συγκεκριμένο από το συναίσθημα: μια ακολουθία γεγονότων μέσα στους συρμούς. Κλίση του βαγονιού, διακοπή ρεύματος, πτώση επιβατών, φωνές για φωτιά, αποτυχημένες προσπάθειες ανοίγματος, τηλεφωνήματα για βοήθεια. Η φράση «είμαστε κλεισμένοι» δεν είναι περιγραφική υπερβολή. Είναι λειτουργική αποτύπωση μιας κατάστασης χωρίς διέξοδο. Η επαναλαμβανόμενη αναφορά σε πόρτες που δεν άνοιγαν εμφανίζεται και σε άλλες αφηγήσεις επιζώντων. Εάν επιβεβαιωθεί ως συστημική αστοχία και όχι μεμονωμένο περιστατικό, αναδεικνύει μια κρίσιμη διάσταση της τραγωδίας: ότι το θανατηφόρο αποτέλεσμα δεν προέκυψε μόνο από τη σύγκρουση, αλλά και από τον μεταγενέστερο εγκλωβισμό σε περιβάλλον πυρκαγιάς. Πρόκειται για διάκριση ουσίας ως προς την ευθύνη, όχι για λεπτομέρεια.
Τρεις επέτειοι μετά, η δημόσια συζήτηση για τα Τέμπη συχνά μετατοπίζεται μεταξύ συγκίνησης και πολιτικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο, το ουσιαστικό περιεχόμενο των μαρτυριών δείχνει κάτι πιο συγκεκριμένο: ότι το θανατηφόρο αποτέλεσμα δε συνδέθηκε μόνο με τη σύγκρουση, αλλά και με όσα ακολούθησαν αμέσως μετά — τον εγκλωβισμό, το σκοτάδι, την καθυστέρηση διαφυγής. Η διάκριση αυτή δεν είναι ρητορική. Είναι καθοριστική για την απόδοση ευθυνών. Η φράση «οι πόρτες δεν άνοιγαν» επανέρχεται σε περισσότερες από μία αφηγήσεις επιζώντων. Αν επιβεβαιωθεί πλήρως ως συστημικό γεγονός και όχι μεμονωμένη δυσλειτουργία, μεταβάλλει το πλαίσιο κατανόησης της τραγωδίας: από ένα καταστροφικό σιδηροδρομικό λάθος σε μια αλυσίδα αστοχιών ασφάλειας. Και σε αυτή την αλυσίδα, κάθε κρίκος έχει θεσμικό υπεύθυνο, σχεδιαστικό, τεχνικό, επιχειρησιακό.
Η τρίτη επέτειος των Τεμπών δεν προσθέτει νέα δεδομένα, προσθέτει διάρκεια στην εκκρεμότητα. Και η ανάγκη για δικαιοσύνη δεν είναι μόνο αίτημα συγγενών και επιζώντων, είναι συλλογική απαίτηση λογοδοσίας, ώστε η μνήμη να μη μετατραπεί σε αποδοχή και η τραγωδία σε συνήθεια. Σε αυτό το σημείο συναντώνται η ανάμνηση και η ευθύνη: στη διαρκή άρνηση να θεωρηθεί ο εγκλωβισμός ανθρώπων σε φλεγόμενο τρένο ως ένα ακόμη δυστύχημα που απλώς πέρασε.
