Υπάρχει μια περίεργη ερώτηση που δε συνηθίζουμε να κάνουμε στους ανθρώπους που αγαπάμε: ποια μουσική θα ήθελες να παίζει όταν εσύ δε θα είσαι πια εδώ; Ίσως γιατί μοιάζει μακάβρια. Κι όμως, αν το καλοσκεφτούμε, η μουσική είναι ήδη ο πιο αθόρυβος τρόπος με τον οποίο συνεχίζουμε να υπάρχουμε μέσα στις ζωές των άλλων: ένα τραγούδι που μας θυμίζει κάποιον, μια μελωδία που κουβαλά μια παρουσία. Μέσα σε αυτό το σχεδόν ποιητικό πλαίσιο, η ιδέα μιας τεφροδόχου που παίζει για πάντα τη μουσική σου παύει να είναι απλώς παράξενη. Γίνεται, με έναν αλλόκοτο τρόπο, απολύτως κατανοητή.
Το Spotify, σε συνεργασία με τη Liquid Death, παρουσίασε μια «τεφροδόχο» που είναι ταυτόχρονα και Bluetooth ηχείο. Το Eternal Playlist Urn υπόσχεται κάτι σχεδόν ποιητικό και ταυτόχρονα ελαφρώς σουρεαλιστικό: να συνεχίζει να παίζει τη μουσική που αγαπήσαμε, ακόμη κι όταν εμείς δεν είμαστε πια εδώ για να την ακούσουμε. Η συσκευή συνδέεται με το κινητό και αναπαράγει μια playlist που δημιουργείται από το ίδιο το ιστορικό ακρόασης του χρήστη, σαν μια ψηφιακή σύνοψη ζωής σε μορφή ήχου.
Δεν είναι δύσκολο να χαμογελάσει κανείς με την ιδέα. Μια τεφροδόχος-ηχείο μοιάζει αρχικά με ακόμη ένα παράξενο marketing stunt, από αυτά που ζουν λίγες μέρες στα timelines μας και μετά χάνονται. Κι όμως, κάτω από το χιούμορ και την υπερβολή, υπάρχει μια παράξενη αλήθεια: η μουσική είναι ίσως το πιο ανθεκτικό ίχνος ταυτότητας που αφήνουμε πίσω. Οι άνθρωποι πάντα αναζητούσαν τρόπους να παρατείνουν τη μνήμη. Παλαιότερα ήταν τα πορτρέτα, τα κοσμήματα με τούφες μαλλιών, οι επιτύμβιες επιγραφές. Σήμερα είναι τα playlists. Αν κάποιος ήθελε να μας γνωρίσει χωρίς να μας έχει συναντήσει ποτέ, θα μπορούσε απλώς να πατήσει «shuffle» στη μουσική που αγαπήσαμε.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα μιας «αιώνιας playlist» δεν είναι τόσο μακάβρια όσο φαίνεται. Είναι μάλλον η ψηφιακή συνέχεια μιας πολύ παλιάς ανθρώπινης ανάγκης: να μείνει κάτι από εμάς να παίζει στον κόσμο. Όχι απαραίτητα η φωνή μας ή το πρόσωπό μας αλλά η ατμόσφαιρα της ίδιας μας της ύπαρξης . Οι ρυθμοί που μας συνόδευσαν στο περπάτημα, στις διαδρομές, στους έρωτες, στις μοναξιές. Υπάρχει επίσης κάτι τρυφερό στην ιδέα ότι η μουσική μπορεί να λειτουργεί ως μνημείο χωρίς βάρος. Όχι πέτρα, όχι μάρμαρο, αλλά ήχος. Κάτι που δεν στέκεται ακίνητο αλλά κυκλοφορεί. Που δεν θυμίζει μόνο ότι κάποιος έζησε, αλλά και πώς ένιωθε. Ίσως γι’ αυτό η καμπάνια λειτούργησε: γιατί ακουμπά μια λεπτή περιοχή ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση. Στο παράλογο και στο οικείο. Στην ειρωνεία της σύγχρονης κουλτούρας και στην παλιά, σχεδόν αρχέγονη επιθυμία για συνέχεια.
Δεν ξέρω αν θα ήθελα πραγματικά μια τεφροδόχο που παίζει μουσική. Ξέρω όμως ότι αν κάποτε έπρεπε να συμπυκνωθώ σε κάτι, θα ήθελα να είναι ήχος. Μια λίστα τραγουδιών που κάποιος άλλος θα άκουγε τυχαία και θα ένιωθε, χωρίς να ξέρει γιατί, ότι υπήρξα.
