Πόσες φορές έχεις πιάσει τον εαυτό σου να είναι καλά; Όχι απαραίτητα τέλεια. Απλά καλά. Να γελάς, να νιώθεις ήρεμος. Η ζωή σου να μοιάζει σαν να έχει βρει ρυθμό. Και τότε, χωρίς λόγο, περνάει αυτή η σκέψη «Ει, μην το πολυχαίρεσαι.» Και ξαφνικά, η χαρά σου μικραίνει λίγο. Σαν να τη μάζεψες μόνος σου.

Τη στεναχώρια την ξέρουμε. Την έχουμε ξαναζήσει. Ξέρουμε πώς να υπάρχουμε μέσα της, είναι οικεία. Η χαρά όμως; Η χαρά είναι άγνωστο έδαφος. Όταν όλα πάνε στραβά, το μυαλό μας είναι έτοιμο. Περιμένει. Αμύνεται. Όταν όμως όλα πάνε σωστα, δεν ξέρει τι να κάνει. Και τότε αρχίζει να ψάχνει απειλές εκεί που δεν υπάρχουν. Όχι γιατί θέλουμε να χαλάσουμε τη στιγμή. Αλλά γιατί δεν έχουμε μάθει να νιώθουμε ασφαλείς μέσα στην ευτυχία.

Πόσες φορές σκεφτήκαμε πως όταν όλα πάνε καλά, κάτι θα συμβεί; Πόσες φορές γέλασες με την ψυχή σου και αυθόρμητα είπες «σε καλό να μας βγει;» Σαν η ζωή να μας προετοιμάζει πάντα για την πτώση. Κι έτσι, μέσα μας γράφτηκε ένας κανόνας: Αν χαρώ πολύ, θα το πληρώσω. Οπότε μάθαμε να συγκρατιόμαστε. Να μην ενθουσιαζόμαστε. Να μην επενδύουμε ολόκληρη την καρδιά μας. Για να μην πονέσουμε μετά.

Όταν κάτι δε μας νοιάζει, δε μας αγχώνει. Όταν όμως αρχίζει να μας κάνει πραγματικά ευτυχισμένους τότε φοβόμαστε. Μια σχέση που πάει καλά. Μια δουλειά που επιτέλους αναπνέεις μέσα της. Ένας άνθρωπος που σε ηρεμεί. Και τότε εμφανίζεται η σκέψη «Κι αν το χάσω;» Δεν είναι απαισιοδοξία. Είναι δεσμός. Όσο πιο πολύ αγαπάς κάτι, τόσο πιο πολύ αντιλαμβάνεσαι ότι μπορεί και να το στερηθείς. Και αυτό πονάει πριν καν συμβεί.

Έχεις παρατηρήσει τι κάνουμε όταν είμαστε πολύ καλά; Γινόμαστε λίγο καχύποπτοι και ψάχνουμε σημάδια. Δημιουργούμε μικρές εντάσεις από το πουθενά. Σαν να προσπαθούμε να προλάβουμε την απογοήτευση. Είναι ένας παράξενος μηχανισμός αυτοπροστασίας, αν το χαλάσω εγώ, δε θα με αιφνιδιάσει όταν χαλάσει. Μόνο που έτσι δεν αφήνουμε ποτέ τη χαρά να μεγαλώσει.

Ίσως το θέμα όμως δεν είναι να μη φοβόμαστε. Ίσως ο στόχος δεν είναι να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε το «κι αν». Να μείνουμε λίγο παραπάνω στο γέλιο. Να μην κόβουμε τη στιγμή στη μέση επειδή φοβόμαστε το τέλος της. Γιατί η χαρά δε ζητάει αιωνιότητα. Ζητάει παρουσία. Και τελικά, δεν είναι αδυναμία να φοβάσαι όταν είσαι ευτυχισμένος. Είναι απόδειξη ότι κάτι σε νοιάζει πολύ. Το γενναίο δεν είναι να προστατεύεις την καρδιά σου από τα πάντα. Το γενναίο είναι να της επιτρέπεις να νιώθει ακόμα κι όταν δεν υπάρχει εγγύηση. Να γελάς χωρίς να περιμένεις την τιμωρία. Να αγαπάς χωρίς να κρατάς απόσταση ασφαλείας. Να λες «είμαι καλά» χωρίς να ψιθυρίζεις από μέσα σου «για πόσο;».

Γιατί στο τέλος, δε θυμόμαστε τις στιγμές που φυλαχτήκαμε. Θυμόμαστε εκείνες που ζήσαμε ολόκληρες. Και μπορεί η χαρά να μην είναι κάτι που πρέπει να κρατήσει για πάντα. Ίσως αρκεί που πέρασε από τη ζωή μας και τη νιώσαμε αληθινά όσο ήταν εδώ. Και μπορεί κάπου εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη παρεξήγηση που έχουμε κάνει με τη χαρά. Περιμένουμε να είναι μόνιμη για να την εμπιστευτούμε. Να κρατήσει αρκετά ώστε να νιώσουμε ασφαλείς μέσα της. Όμως τίποτα στη ζωή δε μας υποσχέθηκε διάρκεια, υποσχέθηκε μόνο στιγμές. Η χαρά δεν έρχεται για να εγκατασταθεί. Έρχεται για να μας θυμίσει πώς είναι να είμαστε ζωντανοί. Υπάρχουν μικρές στιγμές ευτυχίας που δεν τις αναγνωρίζουμε καν, ένα απόγευμα χωρίς άγχος, ένα μήνυμα που σε έκανε να χαμογελάσεις, μια συζήτηση που δε χρειάστηκε προσπάθεια, η ηρεμία του να μην συμβαίνει τίποτα κακό. Όμως εκεί κρύβεται η ζωή.

Ίσως να μη χρειάζεται να μάθουμε πώς να κρατάμε τη χαρά. Ίσως χρειάζεται να μάθουμε να μην την τρομάζουμε όταν εμφανίζεται. Να μην τη μειώνουμε, να μην την αμφισβητούμε, να μην την αντιμετωπίζουμε σαν κάτι προσωρινό που πρέπει να προσέξουμε. Να της κάνουμε λίγο χώρο. Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να πει, έστω για λίγο «Είμαι καλά. Και αυτό αρκεί.»

Γιατί μερικές φορές η επανάσταση είναι να αφήνεις τον εαυτό σου να είναι ευτυχισμένος χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς φόβο, χωρίς να περιμένεις τι θα ακολουθήσει.

Συντάκτης: Ιόλη Ντόκου