Η είδηση για τα δύο 17χρονα κορίτσια στην Ηλιούπολη μάς συγκλόνισε όλους. Το ένα κορίτσι έχασε τη ζωή του, το άλλο παλεύει για αυτήν. Μια νεαρή ζωή που έσβησε, μια άλλη που κρέμεται από μια κλωστή και ένα βαρύ «γιατί;» που στοιχειώνει τη συλλογική μας συνείδηση. Πέρα από τον ανείπωτο πόνο των οικογενειών τους, αυτή η τραγωδία πρέπει να λειτουργήσει ως ένα σκληρό, αλλά απαραίτητο, ξύπνημα για την ελληνική κοινωνία, που θα μας αναγκάσει να κοιτάξουμε κατάματα τις δικές μας ευθύνες, όχι ως παρατηρητές, αλλά ως συμμέτοχοι σε ένα σύστημα που συχνά συνθλίβει τις ψυχές των παιδιών του.

Ζούμε σε μια κοινωνία παιδοκεντρική μεν, που έχει εμμονή με την επιτυχία δε. Από την πρώτη στιγμή που ένα παιδί μπαίνει στο σχολείο, αρχίζει ένας εξαντλητικός αγώνας δρόμου, με βαθμούς, αριστεία, πανελλήνιες, ξένες γλώσσες, αθλητικές επιδόσεις, εξωσχολικές δραστηριότητες που γεμίζουν κάθε λεπτό της ημέρας και δημιουργούν αφόρητη και διαρκή πίεση. Οι γονείς, με τις καλύτερες προθέσεις και την αγωνία για το μέλλον, συχνά γίνονται οι πρώτοι που μεταφέρουν αυτή την πίεση, θέλοντας το «καλύτερο» για τα παιδιά τους, ξεχνώντας συχνά κάτι θεμελιώδες: την ευτυχία τους στο παρόν. Πόσο συχνά ρωτάμε τα παιδιά μας «Είσαι καλά; Είσαι χαρούμενος/η;» και πόσο συχνά, αντί αυτού, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το «Πώς πήγες στο διαγώνισμα;», «Έγραψες καλά στις πανελλήνιες;», «Πέρασες στη σχολή που ήθελες;». Έχουμε μετατρέψει την παιδική ηλικία και την εφηβεία σε ένα διαρκές test drive για το μέλλον, όπου η αξία ενός ανθρώπου μετριέται με τους αριθμούς και τους τίτλους που αποκτά. Η ψυχική τους υγεία, οι φόβοι τους, οι ανασφάλειές τους, οι πραγματικές τους επιθυμίες, συχνά θάβονται κάτω από το βάρος των προσδοκιών μας και η κοινωνία προσποιείται ότι ξαφνιάζεται όταν αυτά τα παιδιά λυγίζουν.

Μήπως ήρθε η ώρα να αναλογιστούμε τι παιδιά θέλουμε; Τι ενήλικες ανατρέφουμε; Μήπως μεγαλώνουμε παιδιά με άριστους βαθμούς και πτυχία, αλλά με ένα τεράστιο κενό στην ψυχή; Ενήλικες που έχουν μάθει να κυνηγούν την επιτυχία ως αυτοσκοπό, αλλά έχουν ξεχάσει πώς να αναπνέουν, πώς να απολαμβάνουν, πώς να γελάνε, πώς να είναι απλώς ευτυχισμένοι;

Η ευτυχία δεν είναι πολυτέλεια, ούτε ένα «έπαθλο» που θα κερδηθεί μετά από χρόνια μόχθου, αλλά είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα και προϋπόθεση για μια ολοκληρωμένη ζωή. Η κοινωνία μας έχει αποτύχει παταγωδώς να το αναγνωρίσει αυτό, θεωρώντας την ψυχική ανθεκτικότητα ως κάτι δεδομένο, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτι που πρέπει να καλλιεργηθεί με αγάπη και αποδοχή, όχι με απαιτήσεις. Πολλές φορές, η απόγνωση, η εξάντληση, η θλίψη κρύβονται πίσω από ένα «καλό παιδί», πίσω από έναν «άριστο μαθητή» που δεν δίνει δικαιώματα. Μήπως αυτή η σιωπή είναι επικίνδυνη; Μήπως αυτή η σιωπή σχετίζεται με τα βάρη που έχουμε φορτώσει τα παιδιά μας, που νιώθουν ότι η αγάπη των γύρω τους είναι υπό όρους και ότι, αν αποτύχουν, αν δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες, θα χάσουν την αξία τους; Μήπως χρειάζεται να μάθουμε να ακούμε αυτή τη σιωπή; Να δημιουργήσουμε χώρο για την αποτυχία, για το λάθος, για την αδυναμία; Να πούμε στα παιδιά μας ότι τα αγαπάμε γι’ αυτό που είναι, όχι γι’ αυτό που πετυχαίνουν;

Ας προβληματιστούμε, όμως, και για τον τρόπο που αντιδράμε στο άκουσμα μιας τέτοιας είδησης. Η τραγωδία εκτυλίσσεται και το πρώτο μας ένστικτο, για πολλούς, είναι να στραφούμε στα social media. Μηνύματα συμπαράστασης, αναρτήσεις για την ψυχική υγεία, κοινοποιήσεις με φράσεις όπως «Μιλήστε στα παιδιά σας». Όλα αυτά, συχνά, γίνονται με μια υποβόσκουσα ανάγκη για likes και επιβεβαίωση της δικής μας «ευαισθησίας». Μήπως πρόκειται για μια ψεύτικη ενσυναίσθηση που εξαντλείται στο scroll down και στο επόμενο post; Είναι εύκολο να πατήσουμε ένα κουμπί, να γράψουμε ένα κλισέ σχόλιο, να μοιραστούμε ένα μήνυμα που θα μας κάνει να φαινόμαστε «ψαγμένοι» ή «ευαίσθητοι». Πώς είναι δυνατόν η «ευαισθησία» μας να έχει ανάγκη να κοινοποιήσει τα τελευταία λόγια αυτών των παιδιών; Είναι προσωπικές στιγμές τους και, εκτός αυτού, ίσως η δημοσιοποίησή τους γίνει αφορμή για μίμηση ανάλογων πράξεων και από άλλα παιδιά που βρίσκονται σε ανάλογη συναισθηματική κατάσταση.

Κάποιες φορές χρειάζεται κάτι πολύ απλό αλλά, για κάποιους, δύσκολο: χρειάζεται να κοιτάξουμε τον διπλανό μας στα μάτια, να τον ρωτήσουμε πραγματικά πώς είναι, να αφιερώσουμε χρόνο για να ακούσουμε χωρίς να κρίνουμε, να προσφέρουμε ουσιαστική βοήθεια. Η «εικονική» συμπαράσταση δεν αντικαθιστά την πραγματική δράση. Οι κοινοποιήσεις δε σώζουν ζωές. Η αληθινή φροντίδα, η φυσική παρουσία, η διάθεση να λερώσουμε τα χέρια μας με τον πόνο του άλλου, αυτά είναι που μετρούν.

Συντάκτης: Κατερίνα Γεωργίου