Υπάρχουν σχέσεις που τελειώνουν σαν έκρηξη. Με φωνές, θυμό, βαλίτσες και πόρτες που κλείνουν δυνατά. Υπάρχουν εκείνες που λήγουν πολιτισμένα κι αποστασιοποιημένα. Και υπάρχουν κι εκείνες οι άλλες, οι πιο παράξενες. Οι σχέσεις που δεν πεθαίνουν ποτέ ολοκληρωτικά, αλλά ούτε ζουν κανονικά. Σαν σπίτια που κατοικούνται ακόμη από αναμνήσεις, παρότι οι άνθρωποι έχουν φύγει από μέσα τους εδώ και καιρό. Η εξομολόγηση του Θοδωρή Αθερίδη για τη σχέση του με τη Σμαράγδα Καρύδη δεν είχε μέσα της δράμα ούτε πίκρα. Είχε κάτι πολύ πιο σύνθετο και πιο αμήχανα ανθρώπινο: εκείνη τη συναισθηματική συγκόλληση που δε σε αφήνει ποτέ να φύγεις πραγματικά από κάποιον.

«Με τη Σμαράγδα δε θα χωρίσω ποτέ στη ζωή μου», είπε.

«Είμαι πολύ καλός στο να κάνω σχέσεις, δεν είμαι καλός στο να χωρίζω. Δεν μπορώ να κοιτάξω κάποιον στα μάτια και να του πω χωρίζουμε. Δεν έχουμε πει ποτέ αυτή τη λέξη “χωρίζουμε” εγώ με τη Σμαράγδα και δεν έχω χωρίσει με κανένα άνθρωπο στη ζωή μου, είναι γνωστό ότι δεν είχα πάρει διαζύγιο από τη γυναίκα μου. Με ανθρώπους που έχουν ζήσει 20 χρόνια, τι σημαίνει χωρισμός; Ξέρεις πόσα πράγματα κουβαλά η Σμαράγδα που είναι Θοδωρής και πόσα εγώ που είμαι Σμαράγδα; Αν πει κάποιος χωρίζουμε και πού το είπες, τι έγινε; Με τη Σμαράγδα βγαίνουμε, τρώμε, κάνουμε γιορτές μαζί. Κανένας δεν έφτιαξε τη ζωή του παρακάτω. Ποτέ δεν μου αρέσει να μιλάω γι’ αυτά. Δεν θα μπορούσα να πληγώσω τη Σμαράγδα κι ούτε εκείνη εμένα. Με τη Σμαράγδα δε θα χωρίσω ποτέ στη ζωή μου, δεν έχω χωρίσει ούτε με πεθαμένους. Εγώ στους πεθαμένους μιλάω κάθε βράδυ».

 


 

Και ξαφνικά μέσα σε μία πρόταση περιέγραψε έναν ολόκληρο τύπο σχέσης που υπάρχει παντού γύρω μας, αλλά σχεδόν ποτέ δεν ομολογείται ανοιχτά. Εκείνες τις μακροχρόνιες ενώσεις που με τα χρόνια ξεφεύγουν από την έννοια του ζευγαριού και μετατρέπονται σε κάτι σχεδόν υπαρξιακό. Σε μια ιδιότυπη συγκατοίκηση ψυχών. Δεν είστε ακριβώς μαζί, αλλά ούτε και ελεύθεροι ο ένας από τον άλλον. Έχετε γίνει κομμάτι της εσωτερικής αρχιτεκτονικής του άλλου.

Κάποια στιγμή, μετά από τόσα χρόνια, ο άνθρωπος απέναντί σου παύει να είναι μόνο σύντροφος. Γίνεται μνήμη, συνήθεια, καθρέφτης, οικογένεια, ασφαλές σημείο, τραύμα και πατρίδα ταυτόχρονα. Γι’ αυτό και σχέσεις σαν του Αθερίδη και της Καρύδη μοιάζουν σχεδόν αδύνατον να μπουν σε συμβατικές λέξεις όπως «χωρίσαμε». Πώς να χωρίσεις από κάποιον που υπάρχει μέσα στον τρόπο που μιλάς, που σκέφτεσαι, που θυμάσαι τη ζωή σου;

Μόνο που αυτές οι σχέσεις κρύβουν και μια σκοτεινή τρυφερότητα. Γιατί όσο ποιητικό ακούγεται το «δε χωρίζουμε ποτέ», άλλο τόσο μπορεί να γίνει και μια αόρατη φυλακή. Μια συναισθηματική εκκρεμότητα που μένει πάντα μισάνοιχτη, κρατώντας τους ανθρώπους σε μια παράξενη αναμονή. Σαν να μην επιτρέπουν ποτέ ολοκληρωτικά ούτε στον εαυτό τους ούτε στον άλλον να αποδεσμευτεί πραγματικά.

Και πολλές φορές αυτό δε συμβαίνει επειδή υπάρχει ακόμη μεγάλος έρωτας. Συμβαίνει επειδή υπάρχει μεγάλη ιστορία. Κι αυτές οι δύο έννοιες δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα. Υπάρχουν άνθρωποι που μένουν δεμένοι όχι από πάθος, αλλά από τη δύναμη της κοινής τους διαδρομής. Από τον φόβο να πενθήσουν οριστικά κάτι που κάποτε υπήρξε ολόκληρος κόσμος για εκείνους.

Ίσως τελικά οι πιο βαθιοί δεσμοί να μην είναι αυτοί που κρατούν για πάντα, αλλά αυτοί που δε λύνονται ποτέ εντελώς. Εκείνοι που μεταμορφώνονται σε κάτι ενδιάμεσο, θολό, σχεδόν άυλο. Κι εκεί, κάπου ανάμεσα στην αγάπη, τη συνήθεια, τη μνήμη και την αδυναμία του αποχαιρετισμού, γεννιούνται οι σχέσεις που δεν έχουν τέλος, αλλά ούτε και πραγματική ελευθερία.