Την ώρα που ξεκινά στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών η δίκη σε δεύτερο βαθμό για την υπόθεση που συγκλόνισε τον καλλιτεχνικό χώρο και την ελληνική κοινωνία, ο Δημήτρης Λιγνάδης δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου ότι είναι άνεργος, διευκρινίζοντας ωστόσο πως παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα Αρχαίων και Ιστορίας ως φιλόλογος.

Η αναφορά αυτή προκάλεσε αίσθηση, καθώς αφορά έναν άνθρωπο που έχει καταδικαστεί πρωτόδικα σε κάθειρξη 12 ετών για δύο υποθέσεις βιaσμού ανηλίκων αγοριών, παραμένοντας ωστόσο ελεύθερος μέχρι την τελεσίδικη εκδίκαση της υπόθεσης, μετά τη χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεσή του.

Το δικαστήριο συγκροτήθηκε σε σώμα και συζήτησε μεταξύ άλλων το ζήτημα της εισαγγελικής έφεσης που αφορά την αθώωση του κατηγορούμενου για μία ακόμη καταγγελλόμενη πράξη βιaσμού. Η εισαγγελέας της έδρας ζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συγκεκριμένη έφεση, με το δικαστήριο να επιφυλάσσεται για την απόφασή του στην επόμενη συνεδρίαση.

Στη δικαστική αίθουσα έδωσαν το παρών και οι τρεις καταγγέλλοντες, οι μαρτυρίες των οποίων οδήγησαν την υπόθεση ενώπιον της Δικαιοσύνης.

Το Εφετείο καλείται ουσιαστικά να εξετάσει εκ νέου το σύνολο της υπόθεσης. Εκτός από την έφεση που έχει ασκήσει ο ίδιος ο Λιγνάδης κατά της καταδικαστικής απόφασης, εξετάζεται και η έφεση της Εισαγγελίας, η οποία ζητά τόσο την επανεξέταση αθωωτικής κρίσης για μία από τις καταγγελλόμενες πράξεις όσο και αυστηρότερη αξιολόγηση της ποινής που επιβλήθηκε πρωτοδίκως.

Την ίδια στιγμή, η πληροφορία ότι ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση ένα ευρύτερο ερώτημα: πώς ισορροπεί η κοινωνία ανάμεσα στο τεκμήριο αθωότητας μέχρι την τελεσίδικη κρίση της Δικαιοσύνης και στο αίσθημα δυσφορίας που προκαλεί η δημόσια και επαγγελματική δραστηριοποίηση προσώπων τα οποία έχουν ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό για τόσο σοβαρές κατηγορίες.

Η συνέχεια της δίκης αναμένεται στις 17 Ιουνίου, οπότε και το δικαστήριο θα αποφανθεί για το παραδεκτό των εφέσεων και θα καθορίσει τα επόμενα βήματα μιας υπόθεσης που εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος.