Μία από τις πιο πολυσυζητημένες δικαστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών είχε μια εξέλιξη που λίγοι περίμεναν. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας έκρινε ενόχους τους δύο αστυνομικούς που κατηγορούνταν για τον από κοινού βιασμό της 19χρονης μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας, απορρίπτοντας την απαλλακτική και κατά την κοινή γνώμη τραγικά απαράδεκτη πρόταση του εισαγγελέα.

Η απόφαση του δικαστηρίου έρχεται την κατάλληλη στιγμή για να ανατρέψει το κλίμα που είχε διαμορφωθεί μετά την εισαγγελική αγόρευση και αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη σε μια υπόθεση που από την πρώτη στιγμή μας έκανε όλους να σοκαριστούμε.

Η απόφαση αναλυτικά

Σύμφωνα με την απόφαση, τακτικοί δικαστές και ένορκοι έκριναν κατά πλειοψηφία ένοχους τους δύο κατηγορούμενους αστυνομικούς για το αδίκημα του βιασμού. Παράλληλα, ένας από τους δύο καταδικάστηκε ομόφωνα και για παράβαση προσωπικών δεδομένων, καθώς είχε καταγράψει σε βίντεο την πράξη με κάμερα. Αντίθετα, ο τρίτος αστυνομικός που βρισκόταν στο εδώλιο αθωώθηκε για την κατηγορία της συνέργειας σε βιασμό.

Η εισαγγελική πρόταση της ντροπής

Η υπόθεση είχε βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης πριν από λίγες ημέρες, όταν ο εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει την απαλλαγή των δύο βασικών κατηγορουμένων. Η αγόρευσή του είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από νομικούς, οργανώσεις και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, καθώς πολλοί θεώρησαν ότι η επιχειρηματολογία του αναπαρήγαγε στερεότυπα γύρω από τα θύματα σεξουαλικής βίας και έθετε υπό αμφισβήτηση τη συμπεριφορά της 19χρονης αντί να επικεντρώνεται στις πράξεις των κατηγορουμένων.


 

Τελικά, το δικαστήριο δεν υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση και κατέληξε σε διαφορετική κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης.

Για τη 19χρονη, η απόφαση αυτή έρχεται ύστερα από μια μακρά και δύσκολη δικαστική διαδρομή. Για την κοινωνία, είναι πλέον ένα fact, το ότι οι υποθέσεις σεξουαλικής βίας δεν τελειώνουν όταν διατυπώνεται μια εισαγγελική πρόταση, αλλά όταν ολοκληρώνεται η δικαστική κρίση. Και σε αυτή την περίπτωση, η κρίση των δικαστών ήταν ξεκάθαρα διαφορετική. Και πάλι καλά να λέμε.