«Πέντε λεπτά ακόμα και κάθομαι κάτω δίπλα στο άγαλμα». Αν έχεις βρεθεί ποτέ να ψάχνεις απεγνωσμένα ένα παγκάκι μέσα σε μουσείο, να χαζεύεις περισσότερο την έξοδο παρά τα εκθέματα ή να νιώθεις ότι το μυαλό σου έχει «μπουκώσει» από πληροφορίες, δεν είσαι ο μόνος. Υπάρχει μάλιστα επιστημονικός όρος γι’ αυτό το φαινόμενο και λέγεται museum fatigue.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Με μια πρώτη ματιά ακούγεται σχεδόν αστείο. Πώς γίνεται να κουράζεσαι ενώ απλώς κοιτάς πίνακες, γλυπτά ή αρχαιολογικά ευρήματα; Κι όμως, η εξάντληση που νιώθουν πολλοί επισκέπτες σε μουσεία και γκαλερί είναι τόσο συνηθισμένη ώστε έχει μελετηθεί εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα.
Ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 20ού αιώνα από τον Benjamin Ives Gilman, γραμματέα του Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστώνης. Σε κείμενό του στο περιοδικό The Scientific Monthly περιέγραφε πώς οι επισκέπτες συχνά αναγκάζονταν να σκύβουν, να τεντώνουν τον λαιμό τους, να αλλάζουν συνεχώς στάση ή να στέκονται άβολα για να παρατηρήσουν ένα έργο τέχνης. Η σωματική κούραση, υποστήριζε, επηρέαζε άμεσα την εμπειρία τους.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο στο σώμα. Το museum fatigue είναι εξίσου ψυχολογικό και γνωστικό. Κάθε αίθουσα απαιτεί από τον εγκέφαλο να επεξεργαστεί δεκάδες νέες πληροφορίες ταυτόχρονα: εικόνες, χρώματα, ιστορικά στοιχεία, χρονολογίες, καλλιτεχνικά ρεύματα, επεξηγηματικά κείμενα και πολιτισμικά συμφραζόμενα.
Με απλά λόγια, το μυαλό δουλεύει υπερωρίες.
Οι ψυχολόγοι μιλούν συχνά για το φαινόμενο της γνωστικής υπερφόρτωσης (cognitive overload). Όταν δεχόμαστε συνεχώς νέα ερεθίσματα χωρίς αρκετό χρόνο επεξεργασίας, η προσοχή μας αρχίζει να μειώνεται. Μετά από περίπου μισή ώρα έντονης συγκέντρωσης, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να απορροφήσουμε νέες πληροφορίες με την ίδια αποτελεσματικότητα.
Γι’ αυτό και η εμπειρία ενός μουσείου ακολουθεί συχνά ένα συγκεκριμένο μοτίβο: στην αρχή διαβάζουμε κάθε λεζάντα με ενδιαφέρον, λίγο αργότερα κοιτάμε μόνο τα πιο εντυπωσιακά εκθέματα και προς το τέλος περνάμε από αίθουσα σε αίθουσα λέγοντας «ωραίο κι αυτό» χωρίς να θυμόμαστε τι ακριβώς είδαμε.
Το παράδοξο είναι ότι η κόπωση αυτή εμφανίζεται ακόμη και όταν απολαμβάνουμε την επίσκεψη. Δεν χρειάζεται να βαριέσαι για να κουραστείς. Αντιθέτως, πολλές φορές η εξάντληση προκύπτει ακριβώς επειδή προσπαθείς να δώσεις προσοχή σε όλα.
Ίσως γι’ αυτό τα παγκάκια στα μουσεία έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθική αξία. Δεν είναι απλώς ένα σημείο ξεκούρασης. Είναι μια μικρή παύση που επιτρέπει στον εγκέφαλο να αφομοιώσει όσα έχει ήδη δει. Για κάποιους επισκέπτες, το παγκάκι γίνεται το πιο σημαντικό «έκθεμα» της ημέρας.
Οι ειδικοί προτείνουν να αντιμετωπίζουμε τα μουσεία λιγότερο σαν λίστες υποχρεώσεων και περισσότερο σαν εμπειρίες. Αντί να προσπαθούμε να δούμε τα πάντα, έχει μεγαλύτερη αξία να αφιερώσουμε χρόνο σε λίγα έργα που πραγματικά μας τραβούν το ενδιαφέρον. Η τέχνη δεν είναι διαγώνισμα γνώσεων και κανείς δεν παίρνει βαθμό επειδή διάβασε όλες τις λεζάντες.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα νιώσεις ότι το παγκάκι σε μια αίθουσα μοιάζει πιο ελκυστικό από τον πίνακα απέναντί του, μην ανησυχήσεις. Δεν σημαίνει ότι δεν εκτιμάς την τέχνη. Σημαίνει απλώς ότι ο εγκέφαλος και το σώμα σου κάνουν αυτό που κάνουν όλοι οι άνθρωποι εδώ και πάνω από εκατό χρόνια: ζητούν ένα μικρό διάλειμμα.