Να τα πούμε όπως είναι για τη γυναικοκτονία στη Δράμα; Δεν ήταν ένα έγκλημα που ήρθε χωρίς προειδοποιητικά σημάδια. Μιλάμε για μια γυναίκα που φοβήθηκε, που ζήτησε βοήθεια, που εξέφρασε ξεκάθαρα την ανησυχία της για την ασφάλειά της. Και παρ’ όλα αυτά, σήμερα δε βρίσκεται στη ζωή.

Δράστης και θύμα δύο άνθρωποι που υπηρετούσαν στην Ελληνική Αστυνομία. Η 40χρονη αστυνομικός φέρεται να δέχτηκε άγρια επίθεση με μαχαίρι μέσα στο ίδιο της το σπίτι από τον σύζυγό της, επίσης αστυνομικό.

Η τραγωδία αποκαλύφθηκε όταν το ένα από τα δύο παιδιά του ζευγαριού κάλεσε σε βοήθεια, αναφέροντας πως βρήκε τη μητέρα του αιμόφυρτη μέσα στο σπίτι. Οι διασώστες του ΕΚΑΒ έφτασαν άμεσα στο σημείο και παρέλαβαν τη γυναίκα ζωντανή, δίνοντας μάχη για να τη μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, η 40χρονη δεν κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή.

 


 

Ο 50χρονος σύζυγός της εγκατέλειψε το σπίτι αμέσως μετά την επίθεση και εξαφανίστηκε με το αυτοκίνητό του. Λίγες ώρες αργότερα, πολίτης ενημέρωσε την Αστυνομία για ένα όχημα που είχε εντοπιστεί σε άλλο σημείο της πόλης. Εκεί βρέθηκε νεκρός ο αστυνομικός, ο οποίος έβαλε τέλος στη ζωή του χρησιμοποιώντας το υπηρεσιακό του όπλο.

Όσο όμως προχωρά η έρευνα, τόσο περισσότερο φαίνεται πως η ιστορία αυτή δεν ξεκίνησε τη μέρα της δολοφονίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες, λίγες εβδομάδες πριν από το έγκλημα η γυναίκα είχε απευθυνθεί σε ανώτερο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας. Δε μίλησε γενικά και αόριστα. Δεν εξέφρασε απλώς δυσφορία για τη σχέση της. Δήλωσε πως φοβόταν. Πως ανησυχούσε έντονα για την ψυχολογική κατάσταση του εν διαστάσει συζύγου της και πως αισθανόταν ότι η προσωπική της ασφάλεια κινδύνευε.

Μετά την ενημέρωση, ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία. Ο 50χρονος αστυνομικός της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. εξετάστηκε από υπηρεσιακό ψυχίατρο της ΕΛ.ΑΣ., ο οποίος, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δεν εντόπισε κάποιο ανησυχητικό στοιχείο. Έτσι, διατήρησε το υπηρεσιακό του όπλο. Το ίδιο όπλο με το οποίο λίγες ημέρες αργότερα αυτοκτόνησε, αφού προηγουμένως είχε αφαιρέσει με μαχαίρι τη ζωή της μητέρας των δύο παιδιών του.

Παράλληλα, μαρτυρίες αναφέρουν πως το ζευγάρι βρισκόταν σε διάσταση και τους τελευταίους μήνες αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στη σχέση του, με τη γυναίκα να έχει ζητήσει να χωρίσουν. Κανένα από αυτά τα στοιχεία, ωστόσο, δεν στάθηκε αρκετό για να αποτρέψει το μοιραίο.

Το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι αν τηρήθηκαν οι διαδικασίες. Είναι αν οι διαδικασίες αρκούν.

Γιατί κάθε φορά που συμβαίνει μια γυναικοκτονία, η δημόσια συζήτηση γεμίζει από συμβουλές που ακούγονται απλές στη θεωρία. «Να φύγει». «Να τον καταγγείλει». «Να καλέσει την αστυνομία». Λες και το πρόβλημα βρίσκεται στην αδράνεια των θυμάτων και όχι στις τεράστιες τρύπες ενός συστήματος που συχνά αδυνατεί να τα προστατεύσει ακόμη και όταν εκείνα κάνουν όλα όσα τους ζητάμε.

Η γυναίκα στη Δράμα φαίνεται πως έκανε ακριβώς αυτό που η κοινωνία λέει διαρκώς στις κακοποιημένες γυναίκες να κάνουν. Μίλησε. Ζήτησε βοήθεια. Εξέφρασε τον φόβο της. Και όμως, σήμερα προστέθηκε στη μακρά λίστα των γυναικών που δεν πρόλαβαν να σωθούν.

Τραγική ειρωνεία και μια ανάρτηση που είχε αναδημοσιεύσει μόλις δώδεκα ημέρες πριν από τη δολοφονία της. Το περιεχόμενό της αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στις γυναικοκτονίες που καταγράφονται στη χώρα, αλλά και σε ζητήματα που αφορούν την ελληνική κοινωνία, την οικογένεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σαν μια πραγματικά πικρή ειρωνεία, η γυναίκα που διάβαζε για τις δολοφονημένες γυναίκες της Ελλάδας βρέθηκε λίγες μέρες αργότερα να αποτελεί και η ίδια μέρος αυτής της στατιστικής.

Κάθε νέα γυναικοκτονία συνοδεύεται από την ίδια συλλογική υπόσχεση ότι «κάτι πρέπει να αλλάξει». Όμως όσο οι γυναίκες εξακολουθούν να φοβούνται, να ζητούν βοήθεια και τελικά να μένουν απροστάτευτες, το πρόβλημα δεν είναι ότι δε γνωρίζουμε τι συμβαίνει. Είναι ότι εξακολουθούμε να μην έχουμε βρει έναν τρόπο να το αποτρέψουμε.

Συνηθίσαμε τη βία; Έχουμε δει αυτό το έργο πάρα πολλές φορές; Με διαφορετικά ονόματα, διαφορετικές πόλεις και το ίδιο τραγικό τέλος; Κάθε φορά, πίσω από τους αριθμούς και τους τίτλους, μένουν παιδιά που έχασαν τη μητέρα τους, οικογένειες που διαλύθηκαν και μια κοινωνία που εξακολουθεί να ψάχνει απαντήσεις εκεί όπου θα έπρεπε εδώ και χρόνια να έχει βρει λύσεις.