Ας ξεκινήσουμε με μια άβολη αλήθεια. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σε κρίνουν επειδή βλέπουν κάτι λάθος σε εσένα. Σε κρίνουν επειδή βλέπουν κάτι που δεν αντέχουν στον εαυτό τους. Ξέρω. Δεν ακούγεται τόσο ρομαντικό όσο το «οι άνθρωποι ζηλεύουν». Αλλά είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα. Γιατί ο ζηλιάρης είναι εύκολη εξήγηση. Ο φοβισμένος είναι η δύσκολη. Και συνήθως η σωστή.
Πρόσεξε ποιος έχει πάντα άποψη. Όχι μία άποψη. Πάντα άποψη. Για όλους. Για όλα. Για κάθε απόφαση. Για κάθε επιλογή. Για κάθε άνθρωπο που τόλμησε να κάνει κάτι διαφορετικό από εκείνον. Αυτόν που χώρισε. Αυτόν που μετακόμισε. Αυτόν που άλλαξε δουλειά. Αυτόν που ξεκίνησε κάτι δικό του. Αυτόν που μίλησε. Αυτόν που εκτέθηκε. Αυτόν που ρίσκαρε. Περίεργο πράγμα. Ο τύπος που δεν κάνει τίποτα ποτέ, έχει πάντα γνώμη για αυτούς που κάνουν. Και μάλιστα συνήθως τη λέει με το ύφος του ανθρώπου που μόλις γύρισε από προσωπική συνάντηση με τη σοφία του σύμπαντος. Λες και το γεγονός ότι δεν τόλμησε ποτέ τίποτα τον καθιστά ειδικό στις συνέπειες του να τολμάς.
Υπάρχει ένας παλιός ψυχολογικός μηχανισμός που λέγεται projection. Εγώ θα το πω πιο απλά. Είναι το κόλπο που κάνει ο εγκέφαλος όταν δε θέλει να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Βλέπεις έναν άνθρωπο που τολμάει. Εσύ δεν τόλμησες. Σε τσούζει. Αλλά δεν μπορείς να παραδεχτείς ότι σε τσούζει. Οπότε τον λες ανεύθυνο. Βλέπεις μια γυναίκα που δεν απολογείται για την παρουσία της. Εσύ απολογείσαι από τα δεκαπέντε σου. Σε αναστατώνει. Οπότε τη λες ψωνάρα. Βλέπεις κάποιον που δε ζητάει άδεια για να ζήσει. Και ξαφνικά τον λες εγωιστή. Όχι γιατί είναι. Αλλά γιατί σου θυμίζει πόσες άδειες ζητάς εσύ.
Η μεγαλύτερη πηγή κριτικής δεν είναι η ανωτερότητα. Είναι η ανεπάρκεια. Οι ασφαλείς άνθρωποι είναι συνήθως βαρετοί κριτές. Δεν τους νοιάζει τόσο. Δεν έχουν χρόνο. Έχουν δουλειές. Έχουν στόχους. Έχουν δικές τους μάχες. Οι ανασφαλείς όμως; Α, αυτοί έχουν άπλετο χρόνο. Γιατί η κριτική είναι το Netflix της χαμηλής αυτοεκτίμησης. Περνάει η ώρα. Ξεχνιέσαι. Δεν λύνεις τίποτα. Αλλά νιώθεις απασχολημένος.
Και υπάρχει κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι που κρίνουν τους πάντες έχουν σχεδόν πάντα μια εμμονή με το τι «πρέπει» να γίνεται. Πώς πρέπει να είναι μια σχέση. Πώς πρέπει να είναι ένας άντρας. Πώς πρέπει να είναι μια γυναίκα. Πώς πρέπει να είναι η επιτυχία. Πώς πρέπει να είναι η ζωή. Το «πρέπει» τους είναι τόσο μεγάλο που δεν χωράει πραγματικούς ανθρώπους μέσα. Και ξέρεις γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί οι κανόνες προσφέρουν ασφάλεια. Όσο πιο φοβισμένος είσαι, τόσο περισσότερο λατρεύεις τη βεβαιότητα.
Γι’ αυτό οι άνθρωποι που δυσκολεύονται περισσότερο με τη διαφορετικότητα δεν είναι συνήθως οι πιο δυνατοί. Είναι οι πιο τρομαγμένοι. Οτιδήποτε δεν καταλαβαίνουν, τους απειλεί. Οτιδήποτε δεν ελέγχουν, τους ενοχλεί. Οτιδήποτε δεν θα τολμούσαν οι ίδιοι, το απορρίπτουν. Κι εδώ έρχεται η πιο σκοτεινή αλήθεια. Πολλοί άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά να αποτύχεις. Θέλουν κάτι χειρότερο. Θέλουν να μη δοκιμάσεις καν. Γιατί όσο μένεις ακίνητος, δεν τους αναγκάζεις να κοιτάξουν τη δική τους ακινησία.
Ο άνθρωπος που δοκιμάζει είναι ενοχλητικός. Ο άνθρωπος που κυνηγάει κάτι είναι ενοχλητικός. Ο άνθρωπος που βγαίνει από τη γραμμή είναι ενοχλητικός. Όχι επειδή απειλεί. Αλλά επειδή αποδεικνύει ότι υπήρχε επιλογή. Και αυτή είναι μια πληροφορία που πολλοί δεν θέλουν να ακούσουν. Γιατί αν υπήρχε επιλογή, τότε ίσως δεν έφταιγαν μόνο οι συνθήκες. Ίσως έπαιξε ρόλο και ο φόβος. Και αυτή είναι μια συζήτηση που οι περισσότεροι αποφεύγουν σαν τον διάβολο το λιβάνι.
Γι’ αυτό συχνά η κριτική ακούγεται σαν ανησυχία. «Το λέω για το καλό σου», η πιο παρεξηγημένη πρόταση στην ιστορία των ανθρώπινων σχέσεων. Γιατί μερικές φορές πράγματι είναι ενδιαφέρον. Άλλες φορές όμως είναι απλώς φόβος μεταμφιεσμένος σε συμβουλή. «Μη φύγεις». «Μη ρισκάρεις». «Μη δοκιμάσεις». «Μη χαλάσεις την ισορροπία που έχω συνηθίσει να βλέπω». Και το χειρότερο; Πολλές φορές αυτά τα λόγια δεν λέγονται καν συνειδητά. Ο άλλος πιστεύει πραγματικά ότι σε προστατεύει. Απλώς προσπαθεί να σε προστατεύσει από μια ζωή που ο ίδιος δεν τόλμησε ποτέ να ζήσει.
Υπάρχει μάλιστα ένα παράδοξο που επαναλαμβάνεται συνεχώς. Όταν αποτύχεις, οι επικριτές νιώθουν δικαιωμένοι. Όταν πετύχεις, νιώθουν άβολα. Όχι γιατί τους έκανες κάτι. Αλλά γιατί η επιτυχία σου χαλάει μια ιστορία που τους βόλευε. Την ιστορία ότι «δεν γίνεται». Ότι «δεν αξίζει». Ότι «δεν έχει νόημα». Γιατί αν τελικά γίνεται, τότε αναγκάζονται να κοιτάξουν όλες τις φορές που δεν προσπάθησαν. Και αυτό πονάει περισσότερο απ’ όσο παραδέχονται.
Και τώρα έρχεται το κομμάτι που κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί. Όλοι έχουμε υπάρξει αυτός ο άνθρωπος. Όλοι. Όλοι κάποια στιγμή κρίναμε κάποιον επειδή μας αναστάτωσε. Όχι επειδή είχε άδικο. Αλλά επειδή άγγιξε μια ανασφάλεια που δεν θέλαμε να δούμε. Γι’ αυτό η κριτική πονάει τόσο όταν είναι αληθινή. Και γι’ αυτό η κριτική γίνεται τόσο επιθετική όταν είναι προβολή.
Γιατί τελικά οι άνθρωποι που σε κρίνουν περισσότερο δεν είναι αυτοί που σε έχουν καταλάβει. Είναι συνήθως αυτοί που προσπαθούν απεγνωσμένα να μην καταλάβουν τον εαυτό τους. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία: οι πιο αυστηροί δικαστές της ζωής των άλλων είναι συχνά οι μεγαλύτεροι φυγάδες από τη δική τους. Και η ερώτηση είναι η εξής: Πόσες από τις απόψεις που έχεις για τους άλλους είναι πραγματικά για αυτούς και πόσες είναι πράγματα που φοβάσαι να παραδεχτείς για εσένα;
