Υπάρχει ένα είδος γέλιου που δε μοιάζει με κανένα άλλο. Δεν ακούγεται πιο δυνατά ούτε πιο έντονα· ακούγεται πιο άδειο. Είναι εκείνο το γέλιο που ξεφεύγει την ώρα που κάποιος περιγράφει τη δυσκολότερη στιγμή της ζωής του, σαν ο οργανισμός του να επιχειρεί μια τελευταία διαπραγμάτευση με τον πόνο πριν του επιτρέψει να γίνει συναίσθημα. Το έχεις ακούσει. Ίσως το έχεις αφήσει να βγει κι εσύ, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις. Μιλάς για μια απώλεια, μια προδοσία, μια διάλυση, και ξαφνικά γελάς. Όχι επειδή είναι αστείο. Όχι επειδή το ξεπέρασες. Αλλά επειδή, για μια στιγμή, το σώμα μοιάζει να ζητά ένα διάλειμμα από το βάρος αυτού που κουβαλά.
Οι άνθρωποι γύρω σου συνήθως ανακουφίζονται. Αν γελάς, σκέφτονται, μάλλον δεν είναι τόσο σοβαρό. Κι όμως, πολλές φορές ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Έχουμε μεγαλώσει πιστεύοντας ότι τα συναισθήματα υπακούν σε μια σχεδόν μαθηματική λογική: στη χαρά γελάς, στη λύπη κλαις, στον θυμό φωνάζεις. Σαν ο ψυχισμός να λειτουργεί με οδηγίες χρήσης. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο χαοτική. Ο εγκέφαλος δεν είναι ένας ψυχρός καταγραφέας συναισθημάτων. Είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης, και όταν η πραγματικότητα γίνεται δυσβάσταχτη, δεν ενδιαφέρεται να την εκφράσει σωστά· ενδιαφέρεται να τη διαχειριστεί.
Η ψυχολογία περιγράφει το χιούμορ ως έναν από τους πιο ώριμους μηχανισμούς άμυνας. Όχι επειδή εξαφανίζει τον πόνο, αλλά επειδή του αλλάζει προσωρινά μορφή. Είναι σαν ο εγκέφαλος να ψιθυρίζει: «Δεν μπορώ να κουβαλήσω όλο αυτό τώρα. Άφησέ με να το κάνω λίγο πιο ελαφρύ μέχρι να βρω τη δύναμη να το αντέξω». Το γέλιο, λοιπόν, δεν εμφανίζεται απέναντι στον πόνο. Εμφανίζεται μέσα του. Δεν είναι η απόδειξη ότι κάποιος είναι καλά· είναι, πολλές φορές, η απόδειξη ότι προσπαθεί απεγνωσμένα να μη διαλυθεί.
Ίσως γι’ αυτό οι πιο αστείοι άνθρωποι μιας παρέας να μην είναι απαραίτητα οι πιο χαρούμενοι. Πίσω από το γρήγορο πνεύμα και τις εύστοχες ατάκες κρύβεται συχνά ένας άνθρωπος που έμαθε να μεταφράζει τη δυστυχία σε χιούμορ, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να την κρατήσει σε απόσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί σπουδαίοι κωμικοί μίλησαν ανοιχτά για την κατάθλιψη, τη μοναξιά ή την υπαρξιακή τους αγωνία. Το χιούμορ τους δε γεννήθηκε από την ευτυχία. Γεννήθηκε από την ανάγκη να επιβιώσουν απέναντί της.
Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή που συχνά περνά απαρατήρητη. Το χιούμορ μπορεί να είναι επεξεργασία, αλλά μπορεί να γίνει και αποφυγή. Μπορεί να μετατραπεί σε έναν τόσο αποτελεσματικό μηχανισμό άμυνας, ώστε να μην αφήνει ποτέ τον πόνο να πάρει τη μορφή που χρειάζεται. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δε γελά επειδή άντεξε το τραύμα, αλλά επειδή φοβάται ότι αν σταματήσει να γελά, θα χρειαστεί επιτέλους να το νιώσει. Τότε το χιούμορ παύει να είναι γέφυρα προς την επούλωση και γίνεται καταφύγιο. Ένα μέρος ασφαλές, αλλά ταυτόχρονα επικίνδυνο, γιατί σε κρατά για πάντα μακριά από ό,τι προσπαθείς να αποφύγεις.
Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στους ανθρώπους που αυτοσαρκάζονται διαρκώς. Εκείνους που προλαβαίνουν κάθε πιθανή κριτική, κάθε πιθανή απόρριψη, κάθε πιθανό σχόλιο. Πριν τους πεις ότι κουράστηκαν, θα γελάσουν οι ίδιοι με την εξάντλησή τους. Πριν τους πεις ότι πληγώθηκαν, θα κάνουν αστείο την πληγή τους. Δεν είναι πάντα αυτογνωσία. Συχνά είναι μια μορφή προληπτικής αυτοπροστασίας. Αν γελάσω εγώ πρώτος με τον εαυτό μου, ίσως κανείς να μην προλάβει να με πληγώσει περισσότερο.
Η ψυχοδυναμική θεωρία περιγράφει τους μηχανισμούς άμυνας ως τις αόρατες στρατηγικές που χρησιμοποιεί ο ψυχισμός όταν ένα συναίσθημα γίνεται υπερβολικά απειλητικό για να βιωθεί αυτούσιο. Άλλοι μετατρέπουν τον φόβο σε θυμό. Άλλοι τη θλίψη σε υπερβολική λογική. Κάποιοι τη μετατρέπουν σε γέλιο. Όχι επειδή δεν πονάνε, αλλά επειδή ο πόνος είναι τόσο μεγάλος, ώστε χρειάζεται μια μεταμφίεση για να περάσει από μέσα τους χωρίς να τους διαλύσει.
Κι όμως, αυτή η μεταμφίεση έχει ένα βαρύ τίμημα. Όσο περισσότερο συνηθίζεις να κάνεις τον πόνο σου αστείο, τόσο περισσότερο οι άλλοι παύουν να τον βλέπουν. Λες ότι δεν είσαι καλά, αλλά το λες χαμογελώντας. Περιγράφεις την απόγνωσή σου σαν ανέκδοτο. Ζητάς βοήθεια στη μοναδική γλώσσα που όλοι έχουν μάθει να παρερμηνεύουν. Και έτσι γεννιέται μια από τις πιο μοναχικές εμπειρίες που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος: να μιλά για τον πόνο του και κανείς να μην καταλαβαίνει ότι μιλά σοβαρά.
Ίσως γι’ αυτό, όταν κάποιοι άνθρωποι καταρρέουν πραγματικά, οι γύρω τους αντιδρούν με έκπληξη. «Μα εσύ ήσουν πάντα τόσο χαρούμενος», τους λένε. Όχι. Δεν ήταν χαρούμενοι. Ήταν εξαιρετικά ικανοί στο να μεταμφιέζουν τον πόνο τους σε κάτι που οι άλλοι μπορούσαν να αντέξουν να βλέπουν.
Βέβαια, δεν εξηγούνται όλα μέσα από τους μηχανισμούς άμυνας. Υπάρχουν στιγμές όπου το γέλιο είναι απλώς μια βιολογική αντίδραση ενός νευρικού συστήματος που έχει φτάσει στα όριά του. Όταν ο οργανισμός πλημμυρίζει από ένταση, οι αντιδράσεις του παύουν να υπακούουν στη λογική. Μπορεί να κλάψεις από χαρά, να παγώσεις μπροστά στον κίνδυνο ή να γελάσεις τη στιγμή που όλα μέσα σου καταρρέουν. Δεν είναι παραλογισμός. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος προσπαθεί να ρυθμίσει ένα φορτίο που ξεπερνά τις αντοχές του.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε όταν παρατηρούμε τους άλλους. Πιστεύουμε ότι βλέπουμε τα συναισθήματά τους, ενώ στην πραγματικότητα βλέπουμε μόνο τον τρόπο που έμαθαν να τα κρύβουν. Άλλος κρύβεται πίσω από τον θυμό, άλλος πίσω από την τελειομανία, άλλος πίσω από τη διαρκή ανάγκη να φροντίζει τους πάντες. Και κάποιοι κρύβονται πίσω από ένα αστείο που λέγεται την κατάλληλη στιγμή, με τέτοια φυσικότητα, ώστε κανείς να μη σκεφτεί ότι ίσως ήταν μια κραυγή βοήθειας.
Γι’ αυτό την επόμενη φορά που θα δεις κάποιον να γελά ενώ μιλά για κάτι που τον έχει διαλύσει, μην υποθέσεις ότι το ξεπέρασε. Μερικές φορές, το γέλιο δεν είναι η απόδειξη ότι ο πόνος τελείωσε. Είναι η πιο ευγενική μορφή με την οποία ο πόνος ζήτησε να συνεχίσει να υπάρχει.
Και ίσως η πιο άβολη ερώτηση να είναι τελικά αυτή: αν έβγαζες το χιούμορ από όλες τις ιστορίες που λες για τη ζωή σου, πόσος πόνος θα έμενε μόνος του, χωρίς τίποτα πια να τον κρύβει;
