Υπάρχει κάτι ακραία παράλογο στον τρόπο που ασχολείται το ελληνικό ίντερνετ με την Ιωάννα Τούνη. Κανείς δεν αρέσει σε όλους και προφανώς κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με την εικόνα που προβάλλει, με τον τρόπο που επικοινωνεί, με το lifestyle που δείχνει, με όλο το πακέτο. Θεμιτό.
Αλλά εδώ μιλάμε για ανθρώπους που δηλώνουν ότι δεν την αντέχουν και παρ’ όλα αυτά ξέρουν κάθε της story. Πού ταξίδεψε, τι φόρεσε, τι είπε, πώς απάντησε, πόσα λεφτά υπονοείται ότι έχει, πόσο «ψώνιο» είναι, πόσο «για τα πανηγύρια» είναι.
Αυτή τη φορά, λοιπόν, ένας χρήστης της έγραψε ότι είναι «για τα πανηγύρια». Εκείνη απάντησε με βίντεο στο TikTok, κάνοντας αρχικά πως κλαίει, μέχρι που θυμάται το bank account της και αρχίζει να χορεύει.

Και άρχισε πάλι το γνωστό πανηγύρι. Από όλες τις πλευρές. Κάποιοι τη στήριξαν. Άλλοι την είπαν αλαζονική. Άλλοι βρήκαν ακόμη μία ευκαιρία να της εξηγήσουν ότι τα λεφτά δεν αγοράζουν επίπεδο, αξία, ήθος, προσωπικότητα και ό,τι άλλο θεωρεί ο καθένας ότι του δίνει το δικαίωμα να κάνει δημόσιο ηθικό έλεγχο σε μια γυναίκα που δε γνωρίζει.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι αν ήταν καλή ή κακή η απάντησή της. Το ενδιαφέρον είναι γιατί κάθε φορά που η Ιωάννα Τούνη δείχνει ότι δε συντρίβεται από το μίσος, κάποιοι θυμώνουν ακόμη περισσότερο. Σαν να μην τους φτάνει να τη βρίσουν. Θέλουν και να τη δουν να μικραίνει.
Να απολογείται. Να μαζεύεται. Να λέει «συγγνώμη αν σας ενόχλησα». Να κάνει λίγο πίσω, για να νιώσουν εκείνοι ότι κάτι κέρδισαν. Και ίσως εκεί είναι όλο το ζουμί. Η Τούνη δεν εκνευρίζει μόνο επειδή έχει χρήματα. Εκνευρίζει επειδή δεν τα κρύβει. Δεν παριστάνει ότι όλα έγιναν τυχαία. Δεν ντύνεται με σεμνότητα για να χωρέσει στην εικόνα της «καλής επιτυχημένης γυναίκας». Δεν λέει κάθε τρεις προτάσεις πόσο δύσκολα πέρασε, ώστε να της επιτρέψουμε να απολαμβάνει όσα έχει τώρα. Σόρι κιόλας ε;

Για κάποιο λόγο στην Ελλάδα αγαπάμε πολύ την επιτυχία όταν συνοδεύεται από ταλαιπωρία. Θέλουμε ο άλλος να πετύχει, αλλά να μην το χαρεί πολύ. Να έχει λεφτά, αλλά να μη μας τα δείχνει. Να έχει επιχείρηση, αλλά να μιλάει κυρίως για το πόσο κουράζεται. Να πηγαίνει καλά, αλλά να κρατάει χαμηλό προφίλ. Να μην προκαλεί. Και ειδικά αν είναι γυναίκα, το «να μην προκαλεί» γίνεται σχεδόν εντολή.
Να μη δείχνει πολύ σώμα. Να μη δείχνει πολλά λεφτά. Να μη μιλάει πολύ δυνατά. Να μη γελάει πολύ άνετα. Να μη χαίρεται πολύ δημόσια. Να μη φαίνεται ότι περνάει πολύ καλά. Γιατί τότε κάτι δεν πάει καλά κι αρχίζει το κοινωνικό δικαστήριο.
«Ποια νομίζει ότι είναι;» Αυτή είναι η πιο ελληνική ερώτηση όλων. Δε σημαίνει στ’ αλήθεια «ποια είναι;». Σημαίνει «ποιος της επέτρεψε να νιώθει έτσι για τον εαυτό της;». Και με την Ιωάννα Τούνη αυτό ακριβώς συμβαίνει. Ένα μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης μοιάζει να έχει αποφασίσει ότι δε δικαιούται να έχει τόση αυτοπεποίθηση. Δε δικαιούται να απαντάει, ούτε φυσικά να αστειεύεται με τα χρήματά της. Όπως επίσης, φυσικά και δε δικαιούται να απολαμβάνει τη ζωή της τόσο φανερά.
Το αστείο είναι ότι όλο αυτό ντύνεται και με ηθικολογία του πάτου.
«Δεν είναι πρότυπο.»
«Προβάλλει λάθος αξίες.»
«Ζούμε σε δύσκολες εποχές.»
«Ο κόσμος δεν έχει να πληρώσει ρεύμα κι εκείνη δείχνει διακοπές.»

Και ναι, όλα αυτά μπορούν να είναι πραγματικές ανησυχίες. Ζούμε όντως σε μια εποχή τεράστιας οικονομικής πίεσης. Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται. Πολλοί βλέπουν στα social media μια ζωή που τους φαίνεται εξωπραγματική, άδικη, εξοργιστική. Αλλά ας είμαστε λίγο τίμιοι με τον εαυτό μας. Δε θυμώνουμε το ίδιο με όλους τους ανθρώπους που δείχνουν πλούτο. Δεν κρατάμε το ίδιο μέτρο για όλους. Σε κάποιους λέμε «μπράβο, τα κατάφερε». Σε κάποιες λέμε «σιγά, κάτι θα έκανε».
Εκεί είναι η διαφορά. Για έναν άντρα που βγάζει λεφτά από το ίντερνετ, από επιχειρήσεις, από δημόσια εικόνα ή από προσωπικό brand, πολύ πιο εύκολα θα χρησιμοποιηθούν λέξεις όπως «έξυπνος», «παίκτης», «μάγκας», «επιχειρηματικό μυαλό». Για μια γυναίκα, ειδικά αν είναι όμορφη, εξωστρεφής και δε ζητά συγγνώμη για την προβολή της, η επιτυχία της περνά πρώτα από ανάκριση.
Πώς τα έβγαλε; Ποιος τη βοήθησε; Τι πουλάει ακριβώς; Γιατί την ακολουθούν; Τι προσφέρει; Και πίσω από όλες αυτές τις ερωτήσεις υπάρχει συχνά η ίδια υποψία: αποκλείεται να τα κατάφερε «κανονικά».
Η Ιωάννα Τούνη έχει χτίσει μεγάλο μέρος της δημόσιας εικόνας της πάνω σε πράγματα που η κοινωνία συχνά υποτιμά: εμφάνιση, social media, lifestyle, κατανάλωση, προσωπικό brand. Δηλαδή πάνω σε έναν κόσμο που πολλοί κοροϊδεύουν, αλλά ταυτόχρονα παρακολουθούν μανιωδώς. Και αυτό τους μπερδεύει. Γιατί είναι εύκολο να λες ότι «αυτά δεν είναι δουλειά», μέχρι να δεις κάποιον να βγάζει από αυτά περισσότερα από όσα βγάζει ένας άνθρωπος με δύο πτυχία και δέκα χρόνια προϋπηρεσία.
Εκεί η απαξίωση γίνεται θυμός. Δεν την κοροϊδεύεις πια μόνο επειδή θεωρείς ότι κάνει κάτι ανούσιο. Τη θυμώνεις γιατί αυτό το και καλά «ανούσιο» απέδωσε. Γιατί εκείνο που εσύ είχες μάθει να θεωρείς χαζό, επιφανειακό ή ασήμαντο, έγινε επιχείρηση, εισόδημα, δύναμη, αναγνωρισιμότητα και μετατράπηκε σε κάτι έξυπνα ουσιώδες.
Και τότε πρέπει κάπως να το εξηγήσεις χωρίς να παραδεχτείς ότι ίσως ο κόσμος άλλαξε. Οπότε λες ότι δεν το άξιζε. Ότι είναι τυχερή. Ότι είναι κενή. Ότι είναι «για τα πανηγύρια». Το hate comment, λοιπόν, δεν είναι ποτέ απλώς ένα hate comment. Είναι συχνά μια μικρή προσπάθεια επαναφοράς της τάξης. Σαν να λέει ο άλλος: «Μη χαίρεσαι τόσο. Μη νομίζεις ότι είσαι κάτι. Εμείς εδώ είμαστε να σου θυμίσουμε τη θέση σου».
Μόνο που εκείνη απαντάει με χιούμορ, με υπερβολή, με πρόκληση, με τον τρόπο της τέλος πάντων. Και αυτό κάνει κάποιους να εξαγριώνονται ακόμη περισσότερο. Γιατί ο στόχος του δημόσιου κραξίματος πολλές φορές δεν είναι να εκφράσει απλώς μια άποψη. Είναι να πονέσει. Να ντροπιάσει. Να κάνει τον άλλον να σιωπήσει. Όταν ο άλλος δε σιωπά, το μίσος μοιάζει να επιστρέφει διπλό.
Ασφαλώς δε χρειάζεται να παρουσιάσουμε την Ιωάννα Τούνη σαν κοινωνική επαναστάτρια για να παραδεχτούμε ότι ο τρόπος που την αντιμετωπίζουμε έχει κοινωνικό ενδιαφέρον. Μπορεί να μη μας αρέσει το περιεχόμενό της. Μπορεί να μας κουράζει η υπερπροβολή. Μπορεί να θεωρούμε ότι τα social media έχουν γεμίσει με εικόνες πλούτου που κάνουν τον κόσμο να νιώθει ανεπαρκής. Όλα αυτά μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα.
Το θέμα είναι τι κάνουμε με αυτή την ενόχληση. Την κάνουμε σκέψη ή την κάνουμε βρισιά; Την κάνουμε συζήτηση για τα πρότυπα, την κατανάλωση, την οικονομική ανισότητα και την κουλτούρα των social media ή τη ξεφορτώνουμε πάνω σε μια γυναίκα που έχει γίνει εύκολος στόχος;
Γιατί αυτό συμβαίνει συχνά. Παίρνουμε μια ολόκληρη κοινωνική δυσφορία και την προσωποποιούμε. Μας ενοχλεί η ακρίβεια, αλλά βρίζουμε την influencer που πήγε στο Μπαλί. Μας ενοχλεί ότι τα social media έχουν γίνει βιτρίνα, αλλά παρακολουθούμε αυτή τη βιτρίνα καθημερινά. Μας ενοχλεί ότι κάποιος μπορεί να πλουτίσει από την εικόνα του, αλλά συνεχίζουμε να τροφοδοτούμε την εικόνα του με views, σχόλια και αναπαραγωγές. Μας ενοχλεί το σύστημα και μετά ξεσπάμε στο πιο εύκολο πρόσωπο του συστήματος.
Και στην περίπτωση της Τούνη, αυτό το πρόσωπο είναι γυναίκα, νέα, όμορφη, πλούσια, θορυβώδης, μη απολογητική. Δηλαδή όλα όσα μια συντηρητική κοινωνία αντέχει μόνο όταν τα έχει υπό έλεγχο.
Γι’ αυτό και κάθε της απάντηση γίνεται θέμα.
Όχι επειδή είπε κάτι τόσο συγκλονιστικό. Αλλά επειδή δεν έκανε την πληγωμένη. Δεν έκανε την ταπεινή. Δεν έκανε ότι «δεν τη νοιάζουν τα λεφτά». Δεν έδωσε τη σοβαρή, μετρημένη, σχεδόν απολογητική απάντηση που θα την έκανε πιο εύπεπτη.
Έκανε χιούμορ με το bank account της.
Και αυτό, για πολλούς, ήταν ασυγχώρητο.
Αλλά ίσως αξίζει να παρατηρήσουμε λίγο πιο προσεκτικά την ένταση με την οποία τη μισούμε. Γιατί η ένταση λέει πάντα κάτι. Λέει τι μας πονάει. Τι μας εκνευρίζει. Τι δεν έχουμε λύσει μέσα μας ως κοινωνία. Και στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται πως δεν έχουμε λύσει καθόλου τη σχέση μας με τις γυναίκες που φαίνονται, κερδίζουν, μιλάνε, απαντάνε και δε ζητούν συγγνώμη.