«Η Γωγώ τσαμπά εμφανίστηκε σε πανηγύρι και κάποιος τής πέταξε λουλούδια με φορτωτή».
Αν το πεις σε έναν Σουηδό, πιθανότατα θα νομίσει ότι πρόκειται για κάποιο αστειάκι που πιάνει-δεν πιάνει. Αν το πεις σε έναν Αμερικανό, θα αναρωτηθεί αν ήταν διαφήμιση ή κάποιο χορηγικό τρικ. Αν όμως το πεις σε έναν Έλληνα, η πρώτη του σκέψη είναι μία:
«Ε, λογικό. Πανηγύρι ήταν.»
Και ναι, η Γωγώ Τσαμπά απέκτησε ίσως την πιο ελληνική υποδοχή που έχει καταγραφεί ποτέ. Στο Πολυνέρι Φαρσάλων, την ώρα που ξεκινούσε το μουσικό πρόγραμμα, ένας μικρός φορτωτής έκανε την εμφάνισή του μπροστά στην πίστα και, αντί να μεταφέρει χώμα ή χαλίκι, άδειασε έναν ολόκληρο κουβά γεμάτο λουλούδια πάνω στην τραγουδίστρια.
Γιατί να πετάξεις μια χούφτα γαρύφαλλα όταν μπορείς να χρησιμοποιήσεις βαρέα μηχανήματα;
Ίσως όλα αυτά θα έβγαζαν περισσότερο νόημα, αν αποφασίζαμε να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τα ελληνικά πανηγύρια σαν απλές καλοκαιρινές εκδηλώσεις. Το πανηγύρι, άλλωστε, είναι ο μοναδικός χώρος όπου μπορείς να δεις, στο ίδιο τραπέζι, τον παππού που χορεύει τσάμικο, τον δεκαεφτάχρονο που πίνει το πρώτο του τσίπουρο, τη γιαγιά που επιμένει να κεράσει όλο το χωριό, το δίχρονο που κοιμάται πάνω σε δύο καρέκλες και έναν αγρότη να σκέφτεται σοβαρά ότι ο καλύτερος τρόπος να δείξει τον θαυμασμό του είναι ένας φορτωτής γεμάτος λουλούδια.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι κανείς δε φαίνεται να εκπλήσσεται, αφού η υπερβολή είναι η επίσημη γλώσσα του πανηγυριού. Τα πανηγύρια δε λειτουργούν με μέτρο. Λειτουργούν με συναίσθημα. Δεν παραγγέλνεις ένα σουβλάκι. Παίρνεις δέκα. Δε λες «ας πιούμε μια ρετσίνα». Το μπουκάλι εμφανίζεται χωρίς να ξέρεις ποιος το παρήγγειλε. Δε σηκώνεσαι να χορέψεις ένα τραγούδι. Κάνεις τρεις γύρους την πλατεία και στο τέλος καταλήγεις να χορεύεις με ανθρώπους που γνώρισες πριν από επτά λεπτά.
Και φυσικά, δεν πετάς λίγα λουλούδια. Τα φέρνεις με εκσκαφέα. Γιατί αν είναι να κάνεις υπερβολή, θα την κάνεις σωστά.
Ο δικηγόρος χορεύει δίπλα στον αγρότη. Ο γιατρός δίπλα στον κτηνοτρόφο. Ο άνθρωπος που ήρθε από την Αθήνα για τρεις μέρες διακοπές καταλήγει να χορεύει με κάποιον που ζει στο χωριό όλον τον χρόνο. Για λίγες ώρες, οι διαφορές μικραίνουν και η κοινότητα θυμάται γιατί λέγεται κοινότητα. Ίσως γι’ αυτό τα ελληνικά πανηγύρια έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια σχεδόν cult. Τα ανακαλύπτουν και άνθρωποι των πόλεων που ψάχνουν κάτι αυθεντικό μέσα σε μια καθημερινότητα γεμάτη οθόνες, κρατήσεις μέσω εφαρμογών και βραδιές που μοιάζουν όλες ίδιες.
Όσο κι αν γελάσαμε με τον φορτωτή γεμάτο λουλούδια, ίσως αυτή η εικόνα να λέει περισσότερα για την Ελλάδα από ό,τι εκατό τουριστικές καμπάνιες. Γιατί μόνο εδώ κάποιος θα σκεφτόταν ότι η καλύτερη ιδέα της βραδιάς είναι να μετατρέψει ένα εργαλείο οικοδομής σε μηχανή εκτόξευσης γαρυφάλλων. Για τη Γωγώ ρε γαμώτο!