Εάν κάποιος σου έλεγε ότι μέσα σου ζουν και βασιλεύουν τρεις εγκέφαλοι και όχι ένας και χρυσός, είμαι σίγουρη ότι θα τον κοιτούσες σαν εξωγήινο που κατέβηκε να σε πάρει στον μακρινό του γαλαξία. Και αν, δε, συνέχιζε να υποστηρίζει πως πιθανότατα δεν ακούς και πάντοτε τον σωστό, τότε θα έλεγες πως τελικά αυτό ήταν, αυτός έκαψε και τον έναν και μοναδικό που είχε. Όμως, είναι έτσι τελικά ή ίσως να έχει και δίκιο αυτός ο περίεργος τύπος που ξεκίνησε να σου αλλάζει την ανατομία του εσωτερικού σου κόσμου; Ακολούθησέ με και ίσως στο τέλος αυτού του άρθρου να δεις την ύπαρξή σου λίγο διαφορετικά.

Σκέψου πόσες φορές έχεις πει «το μυαλό μου λέει όχι, αλλά η καρδιά μου λέει ναι;». Ή το αντίστροφο: «Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι μέσα μου λέει να φύγω». Και πόσες φορές έχεις αγνοήσει αυτό το «κάτι μέσα μου», επειδή αποφάσισες να ακούσεις τη λογική, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις μερικούς μήνες αργότερα ότι το στομάχι σου, η καρδιά σου ή εκείνο το ανεξήγητο σφίξιμο στο στήθος σου είχαν καταλάβει τα πάντα πριν από εσένα;

Ρε παιδιά, ίσως τελικά, λέω εγώ, να μην είμαστε τόσο διχασμένοι όσο νομίζουμε στην πραγματικότητα. Ίσως απλώς να έχουμε περισσότερα από ένα κέντρα νοημοσύνης μέσα μας. Ο Αμερικανός συγγραφέας και στοχαστής Joseph Chilton Pearce ανέπτυξε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιδέα γύρω από την ανθρώπινη λειτουργία και αυτή δεν είναι άλλη από το ότι μέσα στο σώμα μας υπάρχουν τρία βασικά «κέντρα» που λειτουργούν σαν εγκέφαλοι. Ο εγκέφαλος του κεφαλιού, ο εγκέφαλος της καρδιάς και ο εγκέφαλος του εντέρου.

Και εντάξει, αυτό δε σημαίνει στην ουσία ότι κυκλοφορούμε με τρία μικρά ανθρωπάκια μέσα μας που κάνουν συμβούλιο πριν αποφασίσουμε αν θα στείλουμε, για παράδειγμα, μήνυμα στον πρώην ή στον νυν, αλλά σαφώς η ιδέα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από αυτό το κομμάτι. Προσωπικά, πιστεύω, όμως, και ενστερνίζομαι πως αυτή η ιδέα εξηγεί πολλά από τα καθημερινά μας εσωτερικά «δεν ξέρω τι μου συμβαίνει»!

Σαφώς και ο εγκέφαλος του κεφαλιού είναι αυτός που γνωρίζουμε καλύτερα. Η λογική, η ανάλυση, η σκέψη, η στρατηγική είναι στο φάσμα των νοητικών μας δυνατοτήτων. Επιπλέον, ο εγκέφαλος του κεφαλιού είναι αυτός που θα φτιάξει λίστα με τα υπέρ και τα κατά, θα ψάξει στο Google, θα αναλύσει το μήνυμα «οκ» σε δεκαεπτά διαφορετικά επίπεδα και θα προσπαθήσει να καταλάβει αν πρέπει να πάρεις τη συγκεκριμένη δουλειά ή όχι. Είναι ο εγκέφαλος εκείνος ο οποίος σου λέει και σου τονίζει: «Σκέψου λογικά»!

Μόνο που εδώ θα σου το αλλάξω λίγο και θα σου πω πως ο άνθρωπος δεν είναι λογικό ον που έχει περιστασιακά συναισθήματα. Είναι συναισθηματικό ον που προσπαθεί εκ των υστέρων να εξηγήσει λογικά τις αποφάσεις του.

Και σε αυτό το σημείο μπαίνει σφήνα η καρδιά. Ο Pearce έδινε ιδιαίτερη σημασία στην καρδιά ως το κέντρο της συναισθηματικής και σχεσιακής νοημοσύνης. Δεν μιλούσε απλώς για την ποιητική ιδέα της καρδιάς που «νιώθει» —γιατί κάποιοι θα μας πουν και αθεράπευτα ρομαντικούς—, αλλά η προσέγγισή του συνέδεε την καρδιά με τη συναισθηματική λειτουργία, τη σχέση μας με τους άλλους και την ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο πέρα από την ψυχρή ανάλυση.

Και τέλος, υπάρχει το έντερο. Το περίφημο σε όλους gut feeling. Αυτό το «κάτι δεν μου κολλάει», το «δεν έχω αποδείξεις, αλλά δεν θέλω να πάω», το «όλα μου φαίνονται τέλεια, αλλά κάτι μέσα μου φωνάζει όχι».

Το έντερο, λοιπόν, διαθέτει ένα εκτεταμένο νευρικό δίκτυο, το εντερικό νευρικό σύστημα, και επικοινωνεί διαρκώς με τον εγκέφαλο μέσω του άξονα εγκεφάλου-εντέρου. Γι’ αυτό και το στρες μπορεί να μας προκαλέσει ναυτία, κόμπο στο στομάχι ή ακόμα και αλλαγές στη λειτουργία του πεπτικού μας συστήματος. Και όλα αυτά γιατί, πολύ απλά, το σώμα μας δεν είναι απλώς το όχημα που μεταφέρει το μυαλό μας από το ένα meeting στο άλλο, αλλά συμμετέχει ενεργά στο πώς αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε τον κόσμο γύρω μας.

Και αυτό είναι το σημείο όπου η ιδέα των «τριών εγκεφάλων» γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα. Γιατί τι συμβαίνει τελικά όταν αυτοί οι τρεις τρόποι αντίληψης δεν συμφωνούν μεταξύ τους;

Το κεφάλι σου λέει: «Μείνε, είναι λογικό». Η καρδιά σου λέει: «Μα δεν είμαι ευτυχισμένος/η». Και το στομάχι σου έχει ήδη ξεκινήσει να διαμαρτύρεται από την προηγούμενη όλων αυτών των σκέψεων. Και εσύ; Εσύ κάθεσαι στη μέση ασυνείδητα και προσπαθείς να αποφασίσεις ποιος έχει δίκιο εν τέλει.

Η ψυχολογία, όμως, έχει αρχίσει εδώ και χρόνια να απομακρύνεται από την ιδέα ότι ο νους λειτουργεί ανεξάρτητα από το σώμα. Η ενσώματη αντίληψη, η έρευνα γύρω από το στρες και η μελέτη της σχέσης εγκεφάλου και σώματος δείχνουν ότι οι αποφάσεις μας δεν είναι αποκλειστικά προϊόντα αφηρημένης σκέψης.

Το σώμα πάντοτε καταγράφει, θυμάται και αντιδράει πριν προλάβουμε να βρούμε λέξεις. Και για μένα, ίσως αυτό να εξηγεί γιατί μερικές φορές γνωρίζουμε ότι κάτι δεν είναι «σωστό» για εμάς πολύ πριν μπορέσουμε τελικά να το αποδείξουμε. Δεν είναι, σαφώς, απαραίτητα μεταφυσική διαίσθηση, αλλά μπορεί να είναι το νευρικό μας σύστημα που έχει συλλέξει εκατοντάδες μικρές πληροφορίες, τις οποίες η συνειδητή μας σκέψη δεν έχει ακόμα επεξεργαστεί. Αυτές οι πληροφορίες, φανταστείτε, μπορεί να είναι ένα βλέμμα, ο τόνος της φωνής, μια μυρωδιά, ένα νεύμα, μια αντίφαση, μέχρι και η αλλαγή μιας συμπεριφοράς που μέχρι πρότινος φάνταζε «φυσιολογική».

Το σώμα μας, δηλαδή, μπορεί να έχει καταλάβει ήδη αυτό που το μυαλό μας παλεύει ακόμα να διαπραγματευτεί.

Και σε αυτό το σημείο γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και η σύνδεση με τη δουλειά του διάσημου ψυχιάτρου Gabor Maté, ο οποίος συχνά μιλά για τη σχέση ανάμεσα στο στρες, την καταπίεση των συναισθημάτων, τις ανάγκες μας και το σώμα. Η κεντρική ιδέα είναι ότι δεν μπορούμε να αποσυνδέσουμε την ψυχική μας ζωή από τη σωματική μας εμπειρία, όσο ψυχροί και ωμοί πραγματιστές και να γίνουμε. Ιδίως στους ανθρώπους που διαρκώς λένε «Ναι», ενώ το μέσα τους ουρλιάζει «Όχι», όταν καταπίνουν θυμό, ανάγκες και όρια για να παραμείνουν αποδεκτοί, το σώμα δεν παύει να συμμετέχει και, μην σας πω, εκεί χτυπάει υπερωρίες στο σύστημά του.

Το πρόβλημα, λοιπόν, της εποχής μας, θα μπορούσαμε να πούμε, δεν είναι ότι δεν ξέρουμε να παίρνουμε αποφάσεις, όπως πολλοί θα υποστηρίξουν. Ίσως απλώς είναι ότι ακούμε μόνον έναν από τους τρεις εγκεφάλους που κατέχουμε.

Έχουμε εκπαιδευτεί με τα χρόνια να ακούμε και να εμπιστευόμαστε μόνο το κεφάλι μας. Να είμαστε λογικοί, να έχουμε τα περίφημα επιχειρήματα και να μπορούμε να εξηγήσουμε κάθε επιλογή μας.

Όμως, λυπάμαι που σε κάποιους θα χαλάσω αυτό το όνειρο, αλλά υπάρχουν πράγματα στη ζωή που δεν μπορούν να εξηγηθούν αμέσως. Γιατί, για παράδειγμα, δεν θέλεις κάποιον ενώ «τα έχει όλα;». Γιατί νιώθεις ασφάλεια δίπλα σε έναν άνθρωπο που δεν ταιριάζει στο δικό σου ιδανικό; Γιατί μια δουλειά που φαίνεται τέλεια στα χαρτιά σε κάνει να αισθάνεσαι ότι μικραίνεις; Γιατί σε ένα σπίτι που όλοι θεωρούν ευτυχισμένο εσύ νιώθεις ότι δεν μπορείς να αναπνεύσεις;

Το κεφάλι, λοιπόν, μπορεί να χρειάζεται χρόνο για να παραδεχτεί κάτι που το σώμα έχει ήδη καταλάβει πολύ νωρίτερα και ίσως η πραγματική εσωτερική ισορροπία να μην είναι να κάνουμε πάντα αυτό που λέει η καρδιά ή το έντερο, γιατί και αυτό θα ήταν εξίσου επικίνδυνο!

Το να αγνοείς, όμως, κάθε συναίσθημα στο όνομα της λογικής δεν είναι ωριμότητα, αλλά συχνά είναι ένας πολύ κομψός τρόπος να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου. Η ουσία, φίλοι μου, βρίσκεται στο να ακούτε και τους τρεις! Να ρωτάτε το κεφάλι σας: «Τι γνωρίζω;» Να ρωτάτε την καρδιά σας: «Τι αισθάνομαι;» Και να ρωτάτε και το σώμα σας: «Τι συμβαίνει μέσα μου όταν σκέφτομαι αυτήν την επιλογή;»

Γιατί η αυτογνωσία δεν είναι να αποκτήσετε μια και μοναδική απάντηση. Είναι να μάθετε να ακούτε όλες τις φωνούλες μέσα σας, χωρίς να αφήνετε μια από αυτές να καταπιεί τις υπόλοιπες. Και ίσως τελικά η πιο σημαντική μορφή νοημοσύνης να μην είναι να σκέφτεστε περισσότερο, αλλά να μάθετε να παρατηρείτε ολόκληρο τον εαυτό σας, το μυαλό σας, την καρδιά σας και το σώμα σας. Γιατί πολύ συχνά, πριν η ψυχή βρει τις λέξεις, το σώμα έχει ήδη αρχίσει να μιλάει και το ερώτημα είναι: Εσύ το ακούς ή περιμένεις πρώτα να φωνάξει;

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου