Το μήνυμα έγραφε μόνο μία λέξη.

«Έλα. »

Δεν υπήρχε «μου έλειψες». Δεν υπήρχε «θέλω να σε δω». Δεν υπήρχε καμία υπόσχεση ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Κι όμως, μέσα σε λίγα λεπτά είχες ήδη ανοίξει την ντουλάπα. Όχι γιατί πίστευες πως θα άλλαζε η ζωή σου. Αλλά γιατί ήξερες πως, για λίγες ώρες, θα σταματούσες να τη σκέφτεσαι.

Η κ@ύλα δεν χρειάζεται επιχειρήματα. Αρκείται σε μία αφορμή.

Έκλεισες την πόρτα πίσω σου. Η διαδρομή ήταν μικρή, αλλά το μυαλό σου πρόλαβε να κάνει χίλιες εικόνες. Κάθε λογική σκέψη προσπαθούσε να σε γυρίσει πίσω. Κάθε ανάμνηση τραβούσε το τιμόνι προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το ασανσέρ άργησε. Ή έτσι σου φάνηκε. Κοίταζες τους αριθμούς να αλλάζουν αργά, σαν να μετρούσαν αντίστροφα μέχρι να χαθεί για άλλη μία φορά η ψυχραιμία σου.

Η πόρτα άνοιξε. Ένα βλέμμα. Ένα χαμόγελο που κράτησε όσο μια ανάσα. Κανείς δεν είπε «μου έλειψες». Δεν χρειαζόταν. Υπήρχαν ιστορίες που είχαν μάθει να μιλούν χωρίς λέξεις. Η πόρτα έκλεινε και μαζί της έκλεινε ο κόσμος…

Δεν υπήρχε βιασύνη. Ή ίσως υπήρχε τόση, που έμοιαζε με ηρεμία. Το μόνο που ακουγόταν ήταν δύο ανάσες που προσπαθούσαν μάταια να πείσουν η μία την άλλη πως αυτή θα ήταν η τελευταία φορά. Κανείς δεν το πίστευε. Ούτε εσύ. Ούτε εκείνος.

Η επιθυμία είναι εγωίστρια. Δεν τη νοιάζει αν αύριο θα πονάς. Τη νοιάζει μόνο να μη φύγεις σήμερα. Κάποιες ιστορίες μοιάζουν να υπάρχουν μόνο μέσα στη νύχτα. Όσο χαμηλώνουν τα φώτα, όλα μοιάζουν πιθανά. Οι διαφορές μικραίνουν. Οι αμφιβολίες σωπαίνουν. Η πραγματικότητα περιμένει υπομονετικά έξω από την πόρτα.

Το πρωί όμως είναι πάντα πιο ειλικρινές. Ο καφές αχνίζει, τα ρούχα ξαναφοριούνται και οι σιωπές αποκτούν βάρος. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του φερμουάρ που έκλεινε. Για λίγες ώρες νόμιζες πως ήσουν ακριβώς εκεί που έπρεπε να είσαι. Μέχρι που φόρεσες ξανά τα ρούχα σου. Και μαζί τους φόρεσες ξανά και την πραγματικότητα.

Μετά από τέτοιες βραδιές, ο αποχαιρετισμός δεν λέγεται. Ντύνεται. Ξαφνικά θυμάσαι όλα εκείνα που δεν χώρεσαν μέσα στη νύχτα: τις διαφορετικές επιθυμίες, τους χαρακτήρες που συγκρούονται, τις ζωές που δεν βαδίζουν προς την ίδια κατεύθυνση. Μερικές ιστορίες γεννήθηκαν για να τις θυμάσαι γυμνός. Όχι για να τις ζήσεις ντυμένος. Το βράδυ τον ποθούσες. Το πρωί θυμήθηκες γιατί δεν μπορούσες να χτίσεις μια ζωή μαζί του.

Εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση. Μπερδεύουμε την ένταση με τη συμβατότητα. Τη χημεία με την κοινή πορεία. Το γεγονός ότι δύο σώματα συναντιούνται εύκολα δεν σημαίνει ότι δύο άνθρωποι μπορούν να περπατήσουν μαζί όταν ξημερώσει.

Έφυγες πρώτος. Ή ίσως έφυγε εκείνος. Δεν έχει σημασία. Η πόρτα έκλεισε με τον ίδιο ήχο που είχε ανοίξει λίγες ώρες πριν. Μόνο που τώρα δεν έκρυβε προσμονή. Έκρυβε επιστροφή.

Γύρισες σπίτι. Έβγαλες τα ρούχα. Το άρωμά του ήταν ακόμη πάνω σου. Και για μια στιγμή…αναρωτήθηκες αν αυτό που σου λείπει είναι εκείνος…ή η εκδοχή του εαυτού σου όταν είσαι μαζί του. Ίσως τελικά η ωριμότητα να μην είναι να μη ζήσεις ποτέ μια τέτοια ιστορία. Είναι να αναγνωρίσεις τη στιγμή που πρέπει να την αφήσεις να μείνει αυτό που ήταν: μια έντονη ανάμνηση και όχι ένα μέλλον που δεν μπορούσε ποτέ να υπάρξει.

Γιατί το πιο σκληρό μάθημα δεν είναι ότι ο πιο λάθος άνθρωπος μπορεί να σου χαρίσει τις πιο έντονες στιγμές. Είναι ότι, καμιά φορά, αυτές οι στιγμές είναι ό, τι περισσότερο μπορούσε να σου δώσει. Το βράδυ τον ήθελες, όμως, το πρωί θυμήθηκες γιατί δεν τον άντεχες. Γιατί το καλύτερο σ3ξ μπορεί να σου το χαρίσει ο πιο λάθος άνθρωπος. Το πιο όμορφο ξημέρωμα όμως… σχεδόν ποτέ. Και τότε καταλαβαίνεις πως γίνεται δύο άνθρωποι να ταιριάζουν τόσο πολύ γuμνοί… και τόσο λίγο ντυμένοι.

Συντάκτης: Virtual Unreality