Έκανα πως δε σε είδα
κι έσκυψα πάνω απ’ το κινητό,
σαν να υπήρχε εκεί μέσα
κάτι σημαντικότερο από σένα.
Εσύ κοίταξες απέναντι,
τις κλειστές βιτρίνες,
το λεωφορείο που αργούσε,
οτιδήποτε μπορούσε
να σε γλιτώσει από τα μάτια μου.
Περάσαμε δίπλα δίπλα
σαν δυο άνθρωποι
που δε μοιράστηκαν ποτέ
κρεβάτι,
τσιγάρα,
εκείνες τις μικρές ώρες
που ο ένας φορούσε
τη σιωπή του άλλου.
Ούτε μια καλησπέρα.
μόνο το άρωμά σου
έμεινε για λίγο στον δρόμο
κι εκείνο το ανεπαίσθητο γύρισμα
των ώμων μας,
όταν πια είχαμε προσπεράσει.
Κάποτε λέγαμε
πως θα αναγνωρίζαμε ο ένας τον άλλον
μέσα σε χιλιάδες ανθρώπους.
Είχαμε δίκιο.
γι’ αυτό και κάναμε
τόση προσπάθεια
να μη γνωριστούμε.