Τη στιγμή που κανονίζουμε την έξοδο, είμαστε ενθουσιασμένοι. «Ναι, εννοείται, να πάμε για ποτό την Παρασκευή», λέμε με σιγουριά, σαν να έχουμε ήδη διαλέξει ρούχα και να περιμένουμε απλώς να έρθει η ώρα. Φτάνει, όμως, η Παρασκευή, κοιτάζουμε τον καναπέ, κοιτάζουμε το μήνυμα «Ισχύει για το βράδυ;» και ξαφνικά αρχίζουμε να ψάχνουμε μέσα μας το κουράγιο να απαντήσουμε ένα απλό «ναι».
Δεν άλλαξαν οι φίλοι μας, δεν άλλαξε το μαγαζί και πιθανότατα δεν συνέβη κάτι δραματικό. Απλώς ο άνθρωπος που έκανε τα σχέδια την Τρίτη δεν μοιάζει να είναι ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος που καλείται να σηκωθεί από τον καναπέ την Παρασκευή.
Και, ναι, υπάρχει ψυχολογική εξήγηση γι’ αυτό.
Είμαστε κακοί στο να προβλέπουμε πώς θα νιώθουμε
Όταν κανονίζουμε κάτι για την επόμενη εβδομάδα, φανταζόμαστε κυρίως την ευχάριστη πλευρά του. Βλέπουμε νοερά το ποτό, την παρέα, τα γέλια και τη φωτογραφία που θα ανεβάσουμε. Δεν υπολογίζουμε με την ίδια ακρίβεια την κούραση που θα έχει προηγηθεί, την κίνηση, το ντους, το ντύσιμο, το παρκάρισμα και το γεγονός ότι, όταν έρθει η ώρα, μπορεί να έχουμε ήδη περάσει μία ολόκληρη ημέρα απαντώντας σε ανθρώπους.
Η ψυχολογία ονομάζει αυτή τη διαδικασία «συναισθηματική πρόβλεψη», δηλαδή την προσπάθειά μας να μαντέψουμε πώς θα αισθανόμαστε στο μέλλον. Μόνο που δεν είμαστε ιδιαίτερα καλοί σε αυτό. Οι έρευνες δείχνουν ότι συχνά υπερεκτιμούμε ή υποτιμούμε την ένταση των μελλοντικών μας συναισθημάτων και δεν λαμβάνουμε σωστά υπόψη όλα όσα θα έχουν μεσολαβήσει. Η σχετική επιστημονική βιβλιογραφία περιγράφει πόσο εύκολα οι άνθρωποι αστοχούν όταν προσπαθούν να προβλέψουν τη μελλοντική τους διάθεση.
Με απλά λόγια, το αισιόδοξο «εγώ» της Τρίτης κλείνει ραντεβού για λογαριασμό του εξαντλημένου «εγώ» της Παρασκευής, χωρίς καν να το ρωτήσει.
Από επιλογή μετατρέπεται ξαφνικά σε υποχρέωση
Υπάρχει ακόμη μία περίεργη αλλαγή που συμβαίνει όσο πλησιάζει η έξοδος. Όταν την κανονίζουμε, τη βιώνουμε ως κάτι που θέλουμε. Όταν εμφανίζεται στο ημερολόγιό μας και αποκτά συγκεκριμένη ώρα, μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να κάνουμε.
Το «θα ήταν ωραίο να βρεθούμε» γίνεται «πρέπει στις εννιά να είμαι εκεί». Και ο εγκέφαλος αντιδρά διαφορετικά στις επιθυμίες από ό,τι στις υποχρεώσεις, ακόμη κι όταν την υποχρέωση τη δημιουργήσαμε εμείς. Πρόκειται για μια μορφή ψυχολογικής αντίδρασης απέναντι στην αίσθηση ότι περιορίζεται η ελευθερία μας. Θέλουμε να ξανακερδίσουμε τον έλεγχο του χρόνου μας και η ακύρωση μοιάζει με τον πιο άμεσο τρόπο να το πετύχουμε.
Γι’ αυτό και η ανακούφιση είναι τόσο μεγάλη όταν ακυρώνει πρώτος ο άλλος. Δεν χρειάζεται να βρούμε δικαιολογία, δεν αισθανόμαστε ότι απογοητεύσαμε κανέναν και, ταυτόχρονα, παίρνουμε πίσω ένα ολόκληρο βράδυ. Είναι σαν να μας επιστρέφονται ξαφνικά τρεις ώρες ζωής που θεωρούσαμε ήδη δεσμευμένες.
Το άγχος της προσμονής μπορεί να είναι χειρότερο από την ίδια την έξοδο
Για ορισμένους ανθρώπους, η σκέψη μιας κοινωνικής συνάντησης δημιουργεί περισσότερο άγχος από την ίδια τη συνάντηση. Πριν φύγουμε από το σπίτι, το μυαλό αρχίζει να κάνει πρόβες: Θα έχω διάθεση; Θα περάσουμε καλά; Θα ξέρω κανέναν; Πώς θα φύγω αν κουραστώ; Μήπως θα ήταν καλύτερα να μείνω μέσα;
Αυτή η αγωνία ονομάζεται άγχος προσμονής. Δεν αφορά μόνο όσους έχουν κοινωνικό άγχος. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιονδήποτε είναι κουρασμένος, πιεσμένος ή νιώθει ότι δεν διαθέτει αρκετή ψυχική ενέργεια για άλλη μία κοινωνική υποχρέωση.
Μόλις ακυρώσουμε, εξαφανίζονται μαζί όλες οι μικρές αποφάσεις που συνόδευαν την έξοδο. Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε τι θα φορέσουμε, πώς θα πάμε, τι ώρα θα γυρίσουμε ή αν θα έχουμε διάθεση να μιλήσουμε. Η άμεση μείωση αυτής της αβεβαιότητας προκαλεί ανακούφιση. Ωστόσο, όταν αποφεύγουμε συστηματικά ό,τι μας αγχώνει, η ανακούφιση μπορεί να λειτουργήσει σαν επιβράβευση και να ενισχύσει την αποφυγή. Την επόμενη φορά το μυαλό θυμάται πόσο καλύτερα ένιωσε όταν ακύρωσε και μας προτείνει ξανά την ίδια λύση. Μελέτες για το άγχος και την αποφυγή έχουν δείξει ότι αυτός ο κύκλος μπορεί να συντηρεί την ανησυχία αντί να τη μειώνει μακροπρόθεσμα.
Άλλο ξεκούραση και άλλο μόνιμη αποφυγή
Φυσικά, μερικές φορές θέλουμε να ακυρώσουμε επειδή είμαστε πράγματι εξαντλημένοι. Δεν χρειάζεται κάθε έξοδος να μετατρέπεται σε δοκιμασία χαρακτήρα ούτε να αντιμετωπίζουμε την ξεκούραση σαν προσωπική αποτυχία. Αν το σώμα και το μυαλό ζητούν ένα ήσυχο βράδυ, ίσως αυτό να είναι ακριβώς που χρειαζόμαστε.
Η διαφορά βρίσκεται στο μοτίβο. Αν ακυρώνουμε περιστασιακά και την επόμενη ημέρα νιώθουμε πιο ξεκούραστοι, πιθανότατα απλώς προστατεύουμε την ενέργειά μας. Αν, όμως, ακυρώνουμε σχεδόν κάθε φορά, αισθανόμαστε ανακούφιση για λίγες ώρες και μετά μοναξιά, ενοχές ή απογοήτευση, ίσως δεν αποφεύγουμε την έξοδο αλλά το άγχος που έχουμε συνδέσει μαζί της.
Και εδώ κρύβεται η παγίδα: πολλές φορές περνάμε καλύτερα απ’ όσο περιμέναμε όταν τελικά αποφασίζουμε να πάμε. Σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι συχνά υποτιμούν πόσο ευχάριστη και ουσιαστική μπορεί να αποδειχθεί ακόμη και μια φαινομενικά αδιάφορη κοινωνική συζήτηση. Σε μελέτη με περίπου 1.800 συμμετέχοντες, οι άνθρωποι απόλαυσαν ακόμη και τις «βαρετές» συζητήσεις περισσότερο από όσο είχαν προβλέψει. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο Journal of Personality and Social Psychology.
Τι μπορούμε να κάνουμε πριν στείλουμε το μήνυμα της ακύρωσης;
Αντί να αποφασίσουμε μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να πάω», μπορούμε να δοκιμάσουμε μια μικρότερη εκδοχή της εξόδου. Να πούμε ότι θα περάσουμε μόνο για ένα ποτό, να πάμε λίγο αργότερα ή να συμφωνήσουμε εξαρχής ότι θα φύγουμε νωρίς. Έτσι, η συνάντηση παύει να μοιάζει με ατελείωτη υποχρέωση και γίνεται ξανά επιλογή.
Βοηθά επίσης να θυμηθούμε πώς αισθανθήκαμε τις προηγούμενες φορές αφού τελικά βγήκαμε, όχι μόνο πώς νιώθαμε την ώρα που ετοιμαζόμασταν. Γιατί ο εγκέφαλος έχει την τάση να μεγεθύνει την προσπάθεια που απαιτείται τώρα και να ξεχνά την ικανοποίηση που συνήθως ακολουθεί.
Τελικά, δεν είναι παράλογο να θέλουμε να ακυρώσουμε μια έξοδο που κανονίσαμε εμείς. Τα σχέδια τα κάνει η μελλοντική, ξεκούραστη και κοινωνική εκδοχή μας. Την εκτέλεσή τους αναλαμβάνει η πραγματική εκδοχή μας, που μπορεί να έχει δουλέψει οκτώ ώρες, να μην ξέρει τι να φορέσει και να έχει ήδη βάλει πιτζάμες.
Το μόνο που μένει είναι να καταλάβουμε αν έχουμε πραγματικά ανάγκη τον καναπέ ή αν απλώς πρέπει να ξεπεράσουμε εκείνα τα πρώτα δεκαπέντε λεπτά που μας χωρίζουν από την πόρτα. Γιατί, μεταξύ μας, το δυσκολότερο κομμάτι μιας εξόδου δεν είναι σχεδόν ποτέ η ίδια η έξοδος. Είναι να σηκωθείς και να αρχίσεις να ετοιμάζεσαι.