Υπάρχουν ορισμένοι ήχοι που συνοδεύουν σταθερά ένα ελληνικό καλοκαίρι. Τα τζιτζίκια, τα κύματα, οι ρακέτες που ακούγονται από απόσταση τριών νομών και ένα παιδί που φωνάζει «μαμά, κοίτα με» δεκαεπτά φορές, μέχρι η μαμά να κοιτάξει. Για κάποιους αυτή είναι η φυσιολογική εικόνα μιας παραλίας. Για άλλους, ένας πολύ καλός λόγος να αρχίσουν να ψάχνουν απεγνωσμένα στο Google τις λέξεις «adults only».

Η ιδέα μιας παραλίας χωρίς παιδιά ακούγεται δελεαστική σε όσους θέλουν να διαβάσουν, να κοιμηθούν ή απλώς να ακούσουν τη θάλασσα χωρίς να προσγειωθεί δίπλα τους ένα βρεγμένο κουβαδάκι. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι παράλογο να αναζητά κάποιος λίγες ώρες ησυχίας. Άλλο όμως να επιλέγεις ένα ξενοδοχείο ή μία πισίνα που απευθύνεται αποκλειστικά σε ενηλίκους και άλλο να αντιμετωπίζεις τα παιδιά σαν ανεπιθύμητους επισκέπτες στον δημόσιο χώρο.

Γιατί τα παιδιά δεν έχουν εισβάλει ξαφνικά στις παραλίες. Πάντοτε βρίσκονταν εκεί. Έχτιζαν κάστρα που έπεφταν με το πρώτο κύμα, μάζευαν πέτρες που θεωρούσαν σπάνιους αρχαιολογικούς θησαυρούς και έβγαιναν από τη θάλασσα μόνο όταν τα χείλη τους είχαν γίνει μπλε. Εμείς μεγαλώσαμε και κάποια στιγμή αρχίσαμε να συμπεριφερόμαστε σαν να μας ανήκει αποκλειστικά ο κόσμος, αρκεί να έχουμε πληρώσει ξαπλώστρα.

Η απαίτηση για χώρους χωρίς παιδιά δε γεννιέται πάντα από την ανάγκη για ηρεμία. Μερικές φορές κρύβει την πεποίθηση ότι τα παιδιά πρέπει να είναι διαρκώς αθόρυβα, πειθαρχημένα και σχεδόν αόρατα. Να μη φωνάζουν στο εστιατόριο, να μην τρέχουν στην πλατεία, να μη γελούν δυνατά στο πλοίο και, αν γίνεται, να μην κάθονται ποτέ στην ακριβώς διπλανή ξαπλώστρα. Σαν να μπήκαν στον κόσμο με έναν μοναδικό σκοπό: να χαλάσουν το Aperol κάποιου ενηλίκου.

Φυσικά, το γεγονός ότι τα παιδιά δικαιούνται να βρίσκονται παντού δε σημαίνει ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα. Οι γονείς οφείλουν να επιβλέπουν, να βάζουν όρια και να μαθαίνουν στα παιδιά τους ότι ο δημόσιος χώρος μοιράζεται. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και για τους ενηλίκους που ακούν μουσική στη διαπασών, παίζουν ρακέτες πάνω από τα κεφάλια των λουόμενων, τινάζουν την πετσέτα τους στη μούρη σου ή μιλούν στο τηλέφωνο λες και πραγματοποιούν διάγγελμα προς το έθνος. Περιέργως, όμως, κανείς δεν έχει προτείνει ακόμη παραλίες «χωρίς σαραντάρηδες με ηχείο Bluetooth».

Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη ορισμένων adults only επιλογών. Σε μια ελεύθερη αγορά μπορεί κάποιος να πληρώσει για την εμπειρία που προτιμά, είτε αυτή περιλαμβάνει απόλυτη ησυχία είτε μία πισίνα γεμάτη φουσκωτά φλαμίνγκο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσωπική προτίμηση μετατρέπεται σε απαίτηση αποκλεισμού και ειδικά όταν αφορά χώρους που θα έπρεπε να είναι ανοιχτοί σε όλους.

Οι πόλεις μας, άλλωστε, δεν είναι ιδιαίτερα φιλικές προς τα παιδιά. Τα πεζοδρόμια μετά βίας χωρούν ένα καρότσι, οι ελεύθεροι χώροι λιγοστεύουν και οι περισσότερες πλατείες έχουν σχεδιαστεί περισσότερο για τραπεζοκαθίσματα παρά για παιχνίδι. Κι όμως, όταν τα παιδιά εμφανίζονται σε έναν από τους λίγους χώρους όπου μπορούν ακόμη να κινηθούν ελεύθερα, κάποιοι ενοχλούνται επειδή κάνουν αυτό ακριβώς που κάνουν τα παιδιά: παίζουν.

Ίσως τελικά δε μας κουράζουν τόσο οι παιδικές φωνές όσο η υπενθύμιση ότι ο δημόσιος χώρος δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά για τη δική μας άνεση. Υπάρχει για να τον μοιραζόμαστε με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, αναγκών και αντοχών. Ακόμη και με έναν εξάχρονο που επιμένει ότι η τρύπια πέτρα που βρήκε είναι ανεκτίμητη και πρέπει οπωσδήποτε να ταξιδέψει μαζί σας μέχρι το σπίτι.

Η παραλία δεν είναι spa ούτε βιβλιοθήκη. Είναι ένας ζωντανός, κοινός χώρος και μέσα σε αυτόν χωρούν και η ξεκούραση των ενηλίκων και η χαρά των παιδιών. Αν θέλουμε απόλυτη σιωπή, υπάρχουν πάντα οι ωτοασπίδες. Αν θέλουμε έναν κόσμο χωρίς παιδιά, τότε το πρόβλημα μάλλον δεν βρίσκεται στην παραλία.