Πριν κάποια χρόνια, ήταν αυτονόητο ότι αν ένας μαθητής, χωρίς μαθησιακές δυσκολίες, διάβαζε ένα κείμενο, θα κατανοούσε αν όχι όλο το κείμενο, τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του. Θα ήταν σε θέση να αποκωδικοποιήσει και να καταγράψει πληροφορίες και να απομονώσει τα βασικά νοήματα που απορρέουν.
Διαχρονικά, τα μαθησιακά αποτελέσματα, οι ικανότητες και οι δεξιότητες των μαθητών αντικατοπτρίζονταν στα αποτελέσματα και των τελικών εξετάσεων και του διαγωνισμού PISA. Παρόλο που τα αποτελέσματα δεν ήταν τα επιθυμητά, δεν εγείρονταν σοβαρά ερωτήματα ή προβληματισμοί. Γίνονταν συσκέψεις, καταγράφονταν εισηγήσεις και σχέδια δράσης και η ζωή συνεχιζόταν.
Φέτος, η κατάσταση άλλαξε. Όχι επειδή φανέρωσε μια καινούργια πραγματικότητα αλλά επειδή τα αποτελέσματα είναι ακόμα χαμηλότερα. Και το πιο σημαντικό, κατέδειξαν ελλείψεις και αδυναμίες σε τομείς που είναι βασική για την ακαδημαϊκή πρόοδο των μαθητών. Εκτός από την πτώση στους δείκτες σε μαθήματα όπως Μαθηματικά και Φυσική, εκείνο που εγείρει ανησυχία είναι η αδυναμία των μαθητών να κατανοήσουν ένα κείμενο. Και δεν είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει μόνο στη χώρα μας. Παρόμοια αποτελέσματα έδειξε η έρευνα και σε χώρες με παραδοσιακά ψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις, όπως η Φινλανδία.
Οι αιτίες για το φαινόμενο είναι πολλές και δεν μπορούν να αποδοθούν μόνο σε ένα παράγοντα. Η περιορισμένη επαφή με βιβλία και εξωσχολικό διάβασμα, η εκτεταμένη χρήση ψηφιακών μέσων αλλά και όλα τα παρωχημένα μέσα που χρησιμοποιεί η εκπαίδευση. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι υπάρχει άμεση και εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία, η οποία παρέχεται σε σύντομη και οπτικοακουστική μορφή, εντείνει το φαινόμενο. Η σκέψη έχει αντικατασταθεί από την οθόνη, το βίντεο και την εικόνα.
Και όπως είναι φυσικό, οι συνέπειες του φαινομένου δε θα περιοριστούν μόνο στο μάθημα της Γλώσσας. Είναι κάτι που θα γίνει φανερό σε κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής. Και όσο ανησυχητικό κι αν είναι , ακόμα πιο σημαντικό είναι να το αντιληφθούμε και όσοι εμπλεκόμαστε να δράσουμε πριν αν είναι πολύ αργά.
