Ανοίγεις το κινητό σου και ένας ολόκληρος κόσμος σε περιμένει, προσεκτικά διαμορφωμένος γύρω από εσένα. Βίντεο που ταιριάζουν στο χιούμορ σου, απόψεις που μοιάζουν με τις δικές σου, προϊόντα που πιθανόν χρειάζεσαι και άνθρωποι που ζουν τη ζωή που θα ήθελες να ζεις. Όλα βρίσκονται εκεί «για σένα». Κυριολεκτικά, αφού ακόμη και η πιο δημοφιλής σελίδα του TikTok ονομάζεται «For You».
Ο αλγόριθμος, βέβαια, δεν έχει κάποια προσωπική αποστολή να μας μετατρέψει σε νάρκισσους. Δεν ξυπνά το πρωί και σκέφτεται πώς θα μας κάνει λίγο πιο ανυπόφορους μέχρι το βράδυ. Ο στόχος του είναι πιο απλός: να κρατήσει την προσοχή μας για όσο το δυνατόν περισσότερο. Για να το πετύχει, παρατηρεί τι βλέπουμε, πού σταματάμε, τι σχολιάζουμε και ποιο βίντεο στέλνουμε στους φίλους μας στις δύο τα ξημερώματα.
Στη συνέχεια μας δίνει περισσότερο από το ίδιο. Και κάπου μέσα σε αυτή τη διαδικασία αρχίζει να δημιουργείται μια περίεργη ψευδαίσθηση: ότι ο κόσμος σκέφτεται όπως εμείς, ενδιαφέρεται για όσα ενδιαφέρουν εμάς και περιστρέφεται γύρω από τις δικές μας προτιμήσεις.
Όταν το «για σένα» γίνεται «όλοι συμφωνούν μαζί μου»
Η εξατομίκευση κάνει την εμπειρία μας πιο ευχάριστη, αλλά περιορίζει όσα συναντάμε τυχαία. Αν δούμε δύο βίντεο για μία συγκεκριμένη θεωρία, ο αλγόριθμος μπορεί να μας δείξει άλλα είκοσι. Μέσα σε λίγες ημέρες έχουμε την εντύπωση ότι «όλοι μιλούν γι’ αυτό», ενώ στην πραγματικότητα όλοι οι υπόλοιποι μπορεί να βλέπουν συνταγές, γάτες ή αναλύσεις για κάποιο τηλεοπτικό ζευγάρι που δεν γνωρίζουμε καν.
Έρευνα του Ohio State University έδειξε ότι οι εξατομικευμένες προτάσεις μπορούν να δημιουργήσουν διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικότητας. Οι χρήστες βλέπουν ένα περιορισμένο κομμάτι πληροφοριών, αλλά συχνά πιστεύουν ότι όσα έμαθαν μπορούν να γενικευτούν και στον υπόλοιπο κόσμο. Στη σχετική μελέτη συμμετείχαν 346 άτομα.
Έτσι, η προσωπική μας ροή παύει να μοιάζει με μία μόνο εκδοχή της πραγματικότητας και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως η ίδια η πραγματικότητα. Οι άνθρωποι που διαφωνούν μαζί μας φαίνονται ξαφνικά ακατανόητοι, παραπληροφορημένοι ή κακόβουλοι. Δεν έχουμε απλώς διαφορετική άποψη. Ζούμε σε διαφορετικά ψηφιακά σύμπαντα και ο καθένας είναι βέβαιος ότι το δικό του είναι το κανονικό.
Ο εαυτός μας γίνεται περιεχόμενο
Τα social media δεν μας ζητούν μόνο να παρακολουθούμε. Μας καλούν διαρκώς να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας. Η έξοδος, το φαγητό, η σχέση, οι διακοπές και ακόμη και μια δύσκολη στιγμή μπορούν να μετατραπούν σε υλικό προς δημοσίευση.
Σταδιακά, μπορεί να αρχίσουμε να μη ζούμε απλώς μια εμπειρία, αλλά να την παρατηρούμε ταυτόχρονα από έξω. Ποια φωτογραφία θα ανεβάσουμε; Πώς θα γράψουμε τη λεζάντα; Θα πάει καλά το βίντεο; Κάπου ανάμεσα στο πρώτο ποτό και στο γλυκό έχουμε ήδη μοντάρει νοητά το reel της βραδιάς.
Το πρόβλημα δεν είναι η φωτογραφία ή η επιθυμία να μοιραστούμε κάτι όμορφο. Είναι ότι οι πλατφόρμες έχουν μετατρέψει την κοινωνική αποδοχή σε αριθμούς. Τα likes, οι προβολές και οι ακόλουθοι λειτουργούν σαν ένας συνεχής πίνακας βαθμολογίας. Δεν γνωρίζουμε απλώς ότι κάποιος είδε αυτό που ανεβάσαμε. Μαθαίνουμε πόσοι το είδαν, πόσοι αντέδρασαν και αν η σημερινή εκδοχή μας είχε μεγαλύτερη απήχηση από τη χθεσινή.
Έτσι, αντί να αναρωτιόμαστε «τι θέλω να εκφράσω;», μπορεί να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε «ποια εκδοχή μου ανταμείβεται περισσότερο;». Ο αλγόριθμος δεν ενισχύει απαραίτητα τον πραγματικό μας εαυτό. Ενισχύει εκείνον που κρατά περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού.
Οι άλλοι μετατρέπονται σε κοινό
Η εγωκεντρικότητα στα social media δεν εμφανίζεται μόνο στις selfies. Μπορεί να κρύβεται και στην τάση μας να αντιμετωπίζουμε κάθε γεγονός ως αφορμή για να πούμε τη δική μας ιστορία, να εκφράσουμε τη δική μας θέση ή να εξηγήσουμε πώς μας επηρεάζει προσωπικά.
Ακόμη και οι σχέσεις μπορούν να αρχίσουν να λειτουργούν σαν μέρος της διαδικτυακής μας ταυτότητας. Οι φίλοι γίνονται φωτογραφικό υλικό, ο σύντροφος απόδειξη ευτυχίας και οι προσωπικές συζητήσεις πιθανό θέμα για ένα μελλοντικό βίντεο. Δεν αρκεί πλέον να έχουμε ζήσει κάτι. Πρέπει να δείξουμε ότι το ζήσαμε και, ιδανικά, να πάρουμε αρκετά likes ώστε να επιβεβαιωθεί ότι άξιζε.
Την ίδια στιγμή, ο αλγόριθμος μαθαίνει ότι οι έντονες απόψεις, η αγανάκτηση και οι απόλυτες διατυπώσεις προκαλούν περισσότερες αντιδράσεις. Έρευνα πάνω στον αλγόριθμο του Twitter έδειξε ότι η κατάταξη με βάση το engagement ενίσχυε περισσότερο συναισθηματικά φορτισμένο και εχθρικό προς την αντίπαλη ομάδα περιεχόμενο, ακόμη κι όταν οι ίδιοι οι χρήστες δήλωναν ότι δεν το προτιμούσαν. Η μελέτη συνέκρινε τον αλγοριθμικό με τον χρονολογικό τρόπο προβολής.
Το μήνυμα που δεχόμαστε είναι απλό: η ψυχραιμία περνά απαρατήρητη, η βεβαιότητα επιβραβεύεται και ο θυμός φέρνει σχόλια. Κάπως έτσι, όλοι αρχίζουμε να μιλάμε σαν να έχουμε μικρόφωνο μπροστά μας και ένα πάνελ έτοιμο να μας διακόψει.
Μας κάνει, όμως, πραγματικά νάρκισσους;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Η έρευνα έχει εντοπίσει σχέση ανάμεσα στον μεγαλοπρεπή ναρκισσισμό και σε συμπεριφορές όπως η συχνότερη δημοσίευση ενημερώσεων, οι περισσότερες selfies και ο μεγαλύτερος αριθμός διαδικτυακών φίλων. Ωστόσο, τα αποτελέσματα δείχνουν συσχέτιση και όχι απαραίτητα αιτιότητα.
Μια μετα-ανάλυση 62 δειγμάτων και περισσότερων από 13.000 συμμετεχόντων βρήκε μικρή έως μέτρια σχέση ανάμεσα στον μεγαλοπρεπή ναρκισσισμό και στη χρήση των social media. Οι ερευνητές τόνισαν, όμως, ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αρκούν για να αποδείξουν αν οι πλατφόρμες κάνουν τους ανθρώπους πιο ναρκισσιστές ή αν οι άνθρωποι με τέτοιες τάσεις έλκονται περισσότερο από αυτές. Δείτε τη μετα-ανάλυση.
Πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για έναν κύκλο αλληλοτροφοδότησης. Ο άνθρωπος που αναζητά επιβεβαίωση βρίσκει στα social media το κατάλληλο περιβάλλον και η πλατφόρμα, βλέποντας ότι αυτή η συμπεριφορά παράγει engagement, την επιβραβεύει. Δεν γινόμαστε όλοι κλινικά νάρκισσοι. Εκπαιδευόμαστε, όμως, σε μικρές εγωκεντρικές συνήθειες: να μετράμε την αξία μας με αντιδράσεις, να θεωρούμε τη γνώμη μας περιεχόμενο και να συγχέουμε την προσωπική μας ροή με τον πραγματικό κόσμο.
Πώς βγαίνουμε από τον προσωπικό μας καθρέφτη;
Δεν χρειάζεται να διαγράψουμε όλες τις εφαρμογές και να μετακομίσουμε σε ένα βουνό χωρίς Wi-Fi. Χρειάζεται, όμως, να θυμόμαστε ότι ο αλγόριθμος δεν μας δείχνει τι είναι σημαντικό. Μας δείχνει τι είναι πιθανότερο να κρατήσει το βλέμμα μας.
Μπορούμε να αναζητούμε συνειδητά διαφορετικές απόψεις, να χρησιμοποιούμε τη χρονολογική ροή όπου είναι διαθέσιμη και να αφήνουμε ορισμένες εμπειρίες να υπάρχουν χωρίς να δημοσιευτούν. Να αναρωτιόμαστε αν θα μας άρεσε πραγματικά κάτι ακόμη κι αν δεν το έβλεπε κανείς και αν θα υποστηρίζαμε την ίδια άποψη χωρίς τις επιδοκιμασίες των ανθρώπων που ήδη συμφωνούν μαζί μας.
Ο αλγόριθμος λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης που μαθαίνει σταδιακά την πιο κολακευτική μας γωνία. Το πρόβλημα ξεκινά όταν κοιταζόμαστε τόσο πολύ μέσα του, ώστε ξεχνάμε ότι έξω από το κάδρο υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που δεν δημιουργήθηκε ειδικά για εμάς.