Δεν τις ανοίγουμε επειδή ξεχάσαμε τι γίνεται. Τις ανοίγουμε ακριβώς επειδή ξέρουμε τι θα γίνει. Υπάρχουν βράδια που δεν θέλουμε να γνωρίσουμε κανέναν καινούργιο. Δε θέλουμε να ψάξουμε μισή ώρα ανάμεσα σε σειρές, να διαβάσουμε περιλήψεις, να δούμε trailers και να αποφασίσουμε αν αξίζει να αφιερώσουμε τις επόμενες δέκα ώρες της ζωής μας σε μια ιστορία που δεν ξέρουμε ακόμα.
Θέλουμε απλώς κάτι γνώριμο.
Και κάπως έτσι, χωρίς πολλή σκέψη, ανοίγουμε το «Κωνσταντίνου και Ελένης».

Ξέρουμε τι θα γίνει. Ξέρουμε ποιος θα χτυπήσει την πόρτα. Ξέρουμε σχεδόν κάθε ατάκα πριν ειπωθεί. Κι όμως γελάμε ξανά.
Μπορεί μετά να έρθουν τα «Εγκλήματα». Η Σωσώ να κάνει πάλι τα δικά της, ο Αλέκος να βρεθεί ξανά μπλεγμένος και εμείς να γελάμε με σκηνές που έχουμε δει τόσες φορές, ώστε θα μπορούσαμε σχεδόν να τις περιγράψουμε.

Ή το «Παρά Πέντε», που ξέρουμε ήδη ποιος θα εμφανιστεί, τι θα συμβεί και ποια ατάκα θα έρθει σε λίγο.

Μπορεί να είναι το «Είσαι το ταίρι μου», οι «Σαββατογεννημένες», η «Ντόλτσε Βίτα», ή οι «Απαράδεκτοι».

Μπορεί να είναι το «Καφέ της Χαράς», οι «Δύο Ξένοι», το «Ευτυχισμένοι Μαζί», το «Άκρως Οικογενειακόν» ή η «Η Νταντά».


Και κάπου ανάμεσα στις επαναλήψεις μπορεί να εμφανιστεί το «Μαύρα Μεσάνυχτα», οι «Λατρεμένοι μου Γείτονες», το «Μεν και Δε», το «Ρετιρέ» ή οι «S1ngles».


Και ξαφνικά, έχουμε ξεχάσει ότι ψάχναμε κάτι να δούμε. Γιατί δε βλέπουμε πια απλώς μια σειρά. Επισκεπτόμαστε έναν γνώριμο κόσμο. Ξέρουμε τους ανθρώπους του. Ξέρουμε τα σπίτια τους. Ξέρουμε τις φωνές τους, τις συνήθειές τους, τους καβγάδες τους. Ξέρουμε ακόμη και πότε θα γελάσουμε.
Και υπάρχει κάτι παράξενα ανακουφιστικό σε αυτό. Οι καινούργιες σειρές ζητούν κάτι από εμάς. Προσοχή. Περιέργεια. Αγωνία. Μας κάνουν να αναρωτιόμαστε τι θα γίνει στο επόμενο επεισόδιο. Οι παλιές δε ζητούν τίποτα. Μπορούμε να τις έχουμε ανοιχτές ενώ μαζεύουμε τα ρούχα. Να ακούμε μια ατάκα από την κουζίνα και να γελάσουμε χωρίς καν να κοιτάξουμε την οθόνη. Να χάσουμε δέκα λεπτά και να ξέρουμε ακριβώς τι χάσαμε. Γιατί την ξέρουμε ήδη. Και ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που επιστρέφουμε. Γιατί κάποιες σειρές συνδέθηκαν με μια συγκεκριμένη εποχή της ζωής μας.
Με ένα παιδικό δωμάτιο.
Με ένα παλιό σπίτι.
Με τα απογεύματα μετά το σχολείο.
Με καλοκαίρια που έμοιαζαν ατελείωτα.
Με βράδια στον καναπέ.
Με ανθρώπους που τότε ήταν δίπλα μας και σήμερα μπορεί να βρίσκονται κάπου αλλού.
Και όταν ξαναπατάμε play, δεν επιστρέφουμε μόνο στην ιστορία. Επιστρέφουμε λίγο και σε εκείνον τον εαυτό μας. Ίσως γι’ αυτό δεν υπάρχει μία «σωστή» comfort σειρά. Για κάποιον είναι η Ελένη να φωνάζει στον Κωνσταντίνο. Για κάποιον άλλον είναι η Σωσώ να σχεδιάζει το επόμενο έγκλημα.
Κάποιος θα βάλει το «Παρά Πέντε» για εκατοστή φορά, κάποιος το «Καφέ της Χαράς» και κάποιος θα αφήσει να παίζει το «Ευτυχισμένοι Μαζί» μέχρι να αποκοιμηθεί.
Μερικές φορές ψάχνουμε κάτι που ξέρουμε ότι θα μας περιμένει ακριβώς όπως το αφήσαμε. Και σε έναν κόσμο που αλλάζει συνέχεια, υπάρχει κάτι πολύ όμορφο στο να ξέρεις τι θα συμβεί στα επόμενα σαράντα λεπτά. Να ξέρεις ότι ο καβγάς θα γίνει, η παρεξήγηση θα λυθεί, η ατάκα θα ειπωθεί και στο τέλος θα μπορείς απλώς να αφήσεις τους τίτλους να παίξουν.
Ίσως, λοιπόν, οι σειρές που ξαναβλέπουμε να μην είναι απαραίτητα αυτές που θεωρούμε τις καλύτερες. Είναι αυτές που κάποτε έγιναν δικές μας. Αυτές που μας συντρόφευσαν χωρίς να το ζητήσουμε. Αυτές που ξέρουν μια παλιότερη εκδοχή μας.
Και γι’ αυτό, όταν τις ανοίγουμε ξανά, δε νιώθουμε ότι βλέπουμε μια παλιά σειρά.
Νιώθουμε ότι γυρίζουμε για λίγο σπίτι.
