«Δεν έχω αυτοκτονικές τάσεις. Δεν κάνω χρήση ουσιών. Οδηγώ προσεκτικά. Είμαι υγιής. Δεν έχω κανέναν λόγο να εξαφανιστώ ή να σιωπήσω».

Το κείμενο αυτό κυκλοφορεί τις τελευταίες ώρες και στην Ελλάδα, γραμμένο με λευκά γράμματα πάνω σε μαύρο φόντο. Η επιζήσασα των Τεμπών Ευδοκία Τσαγκλή το δημοσίευσε στον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram, συνοδεύοντάς το με μία φράση που έκανε την ανάρτηση ακόμη πιο ανησυχητική: «Δεν φοβάμαι, απλώς αφήνω αυτό εδώ».

 

 

Δεν είναι γνωστό αν η συγκεκριμένη ανάρτηση συνδέεται με κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό ή αν αποτελεί αντίδραση σε ένα γενικότερο κλίμα φόβου και δυσπιστίας. Η λογική της, πάντως, δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά. Στο εξωτερικό, κυρίως γυναίκες δημιουργούν εδώ και χρόνια δημόσιες αναρτήσεις ή προσωπικούς φακέλους με στοιχεία για την περίπτωση που εξαφανιστούν.

Το πιο τρομακτικό δεν είναι ότι προετοιμάζονται για το χειρότερο. Είναι ότι αισθάνονται πως πρέπει από τώρα να ξεκαθαρίσουν ότι δεν θα εγκατέλειπαν τη ζωή και τους ανθρώπους τους από επιλογή.

 

«Αν εξαφανιστώ, δεν έφυγα οικειοθελώς»

Στα αγγλόφωνα social media κυκλοφορούν εδώ και καιρό διαφορετικές εκδοχές της ίδιας δήλωσης: «Αν εξαφανιστώ, δεν το έσκασα», «δεν έχω αυτοκτονικές τάσεις», «δεν κάνω χρήση ουσιών» και «μην πιστέψετε ότι έφυγα με τη θέλησή μου».

Το 2023 είχε γίνει viral στο TikTok το hashtag #IfIGoMissingFile. Γυναίκες δημιουργούσαν φακέλους για το ενδεχόμενο εξαφάνισής τους και άφηναν μέσα πρόσφατες φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, ιατρικά και οδοντιατρικά στοιχεία, πληροφορίες για κοντινά τους πρόσωπα, ακόμη και δείγματα μαλλιών για την εξαγωγή DNA. Το hashtag είχε συγκεντρώσει περισσότερες από 26 εκατομμύρια προβολές.

Αντίστοιχη πρωτοβουλία αποτελεί το #IFIGOMISSING Project, μέσα από το οποίο τρανς άτομα παραδίδουν σε ανθρώπους εμπιστοσύνης φακέλους με προσωπικά στοιχεία και σαφείς οδηγίες. Στόχος είναι, αν βρεθούν σε θέση όπου δεν θα μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, να χρησιμοποιηθούν το σωστό όνομα και η πραγματική ταυτότητά τους.

Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα ενιαίο οργανωμένο κίνημα ούτε για μία ανάρτηση με συγκεκριμένη αφετηρία. Πρόκειται για διαφορετικές εκδοχές μιας κοινής αγωνίας: ότι μια εξαφάνιση μπορεί να αντιμετωπιστεί ως οικειοθελής, να μη διερευνηθεί εγκαίρως ή να εξηγηθεί μέσα από μια αφήγηση που το ίδιο το αγνοούμενο πρόσωπο δεν θα είναι εκεί για να διαψεύσει.

 

Η υπόθεση της 38χρονης στην Κυψέλη

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η υπόθεση της Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος στην Κυψέλη κάνει αυτές τις αναρτήσεις να ακούγονται ακόμη πιο ανατριχιαστικές. Η 38χρονη Βρετανίδα εντοπίστηκε νεκρή μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο της οδού Ευελπίδων στις 18 Ιουλίου. Είχε φτάσει στην Ελλάδα μέσω Κύπρου και εθεάθη για τελευταία φορά ζωντανή γύρω στις 15 Ιουλίου. Η υπόθεση ερευνάται ως εγκληματική ενέργεια, ενώ αναμένονται τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων για να διευκρινιστεί η αιτία του θανάτου της. The Guardian

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, το κινητό της φέρεται να παρέμεινε ενεργό μετά τον θάνατό της. Από τη συσκευή στάλθηκαν μηνύματα στην οικογένειά της, στα οποία αναφερόταν ότι η 38χρονη «χρειαζόταν λίγο χρόνο για τον εαυτό της» και «ήθελε να μείνει μόνη για λίγο».

Οι αστυνομικές αρχές εκτιμούν ότι τα μηνύματα ενδέχεται να στάλθηκαν από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση, προκειμένου οι συγγενείς της να πιστέψουν ότι ήταν ακόμη ζωντανή και να καθυστερήσουν να την αναζητήσουν. Πρόκειται για εκτίμηση που εξετάζεται στο πλαίσιο της έρευνας και δεν έχει ακόμη αποδειχθεί δικαστικά. Reader

Αν επιβεβαιωθεί ότι τα μηνύματα στάλθηκαν μετά τον θάνατο της 38χρονης, τότε μιλάμε για μια προσπάθεια απόκρυψης του εγκλήματος και για την οικειοποίηση της φωνής της. Κάποιος φέρεται να χρησιμοποίησε το κινητό της, να έγραψε στους ανθρώπους της σαν να ήταν εκείνη και να κατασκεύασε την εικόνα μιας γυναίκας που επέλεξε να απομακρυνθεί. Μια συνηθισμένη φράση, όπως το «θέλω να μείνω μόνη», μπορεί έτσι να μετατραπεί σε άλλοθι για τη σιωπή της και σε τρόπο να χαθεί πολύτιμος χρόνος.

 

Δε θα έπρεπε να χρειάζεται μια τέτοια δήλωση

Φυσικά, μια ανάρτηση στο Instagram δεν μπορεί να αποτρέψει ένα έγκλημα και δεν αποτελεί από μόνη της αποδεικτικό στοιχείο. Μπορεί, όμως, να λειτουργήσει ως μήνυμα προς φίλους και συγγενείς να μην αγνοήσουν μια ασυνήθιστη απουσία και να μην αρκεστούν σε ένα γραπτό μήνυμα που δεν μοιάζει με τον άνθρωπό τους.

Αυτό που παραμένει άδικο είναι ότι το βάρος της προφύλαξης πέφτει ξανά στους ανθρώπους που φοβούνται ότι μπορεί να γίνουν στόχοι. Εκείνοι πρέπει να στέλνουν την τοποθεσία τους, να φωτογραφίζουν πινακίδες, να ενημερώνουν ότι έφτασαν, να δημιουργούν φακέλους με DNA και τώρα να αφήνουν μια δημόσια κατάθεση για το τι δε θα έκαναν ποτέ.

Καμία γυναίκα δε θα έπρεπε να χρειάζεται να δηλώσει ότι δεν έχει αυτοκτονικές τάσεις, δεν κάνει χρήση ουσιών και δεν σκοπεύει να εξαφανιστεί. Καμία δε θα έπρεπε να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο κάποιος να χρησιμοποιήσει τη συσκευή, το όνομα ή τη φωνή της για να πείσει τους άλλους ότι έφυγε μόνη της.

Κι όμως, αυτές οι δηλώσεις υπάρχουν. Και το πραγματικά τρομακτικό είναι πως, όταν τις διαβάζουμε, δεν αναρωτιόμαστε γιατί γράφτηκαν. Καταλαβαίνουμε αμέσως.