«Έχουν τρεις μήνες διακοπές και δουλεύουν πεντάωρο». Ένα στερεότυπο για τους εκπαιδευτικούς των δημόσιων σχολείων που αρνείται πησματικά να πεθάνει στην ελληνική κοινωνία. Κάθε φορά που η συζήτηση φτάνει στους εκπαιδευτικούς του δημοσίου, το αφήγημα είναι σχεδόν έτοιμο, προκατασκευασμένο και γεμάτο ειρωνεία: «Τι να πουν κι αυτοί; Στις 2:00 είναι σπίτι τους, τα Σαββατοκύριακα ξεκουράζονται, έχουν κάθε αργία του ημερολογίου και το καλοκαίρι κάθονται τρεις μήνες».
Είναι η κλασική καφενειακή ατάκα που συνοδεύει κάθε κουβέντα για το δημόσιο σχολείο. Μόνο που η πραγματικότητα πίσω από την πόρτα της τάξης απέχει παρασάγγας από αυτό το ειδυλλιακό πλάνο του αργόσχολου που έχει πλάσει η κοινή γνώμη. Αν ρωτήσεις έναν δάσκαλο ή έναν καθηγητή σήμερα πώς νιώθει, η λέξη που θα ακούσεις συχνότερα δεν είναι «ξεκούραστος» αλλα σωματικά και κυρίως πνευματικά «εξαντλημένος».
«Μου έλεγαν όλοι: μα πόσο τυχερή είσαι, έχεις μόνο 5 ώρες μάθημα την ημέρα, πολύ ξεκούραστη δουλειά…» εξομολογείται μια φίλη εκπαιδευτικός. «Αυτές τις 5 ώρες όμως, λίγοι ξέρουν τι σημαίνει να προσπαθείς να ανταπεξέλθεις. Πέντε ώρες με 28 εφήβους κάθε φορά —και σε κάθε διδακτική ώρα ένα διαφορετικό τμήμα, διαφορετικές ισορροπίες. Έφηβοι που αρνούνται να καθίσουν, που αρνούνται να βγάλουν τα γυαλιά ηλίου μέσα στην τάξη, που δε σηκώνουν το κεφάλι από το θρανίο, που απλά θέλουν να κοιμηθούν. Και όμως, σε κάθε ώρα τα κατάφερνα. Έβρισκα τον τρόπο, τους μάθαινα κάτι, έφτανα στο τέρμα της ημέρας και ένιωθα περήφανη για αυτό. Αλλά παράλληλα ένιωθα και ολοκληρωτικά εξουθενωμένη. Με έναν κόπο τόσο βαθύ, που ειλικρινά… πώς να τον εξηγήσεις σε κάποιον που δεν έχει σταθεί ποτέ μπροστά σε πίνακα;»
Αυτή η μαρτυρία συμπυκνώνει όλη την αλήθεια που η κοινωνία αρνείται να δει. Η διδασκαλία δεν είναι απλή μετάδοση πληροφοριών· είναι μια συνεχής, εξαντλητική διαχείριση ανθρώπινης ενέργειας και συμπεριφοράς.
Η εικόνα του εκπαιδευτικού που κλείνει το βιβλίο στις 13:15 και «σχολάει» είναι μια οπτική αυταπάτη γιατί το πραγματικό εργασιακό φορτίο μεταφέρεται στο σπίτι. Διορθώσεις γραπτών, προετοιμασία μαθημάτων για την επόμενη μέρα, προσαρμογή της ύλης για μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ενημέρωση ηλεκτρονικών πλατφορμών. Ο εκπαιδευτικός παίρνει τη δουλειά του στο σαλόνι του, στα Σαββατοκύριακά του, στις οικογενειακές του στιγμές.
Και δεν τελειώνει εκεί καθώς τα τελευταία χρόνια, το δημόσιο σχολείο έχει μετατραπεί επιπλέον σε έναν απέραντο μηχανισμό παραγωγής εγγράφων. Αντί ο εκπαιδευτικός να αφιερώνει τον χρόνο και την ενέργειά του στην παιδαγωγική διαδικασία, καλείται να γίνει διοικητικός υπάλληλος και διαχειριστής πλατφορμών. Αξιολογήσεις, εκθέσεις, καταγραφές, συνεδριάσεις, πρωτόκολλα. Η ουσία της διδασκαλίας συμπιέζεται καθημερινά κάτω από το βάρος μιας γραφειοκρατίας που απαιτεί συνεχώς «αποδείξεις» εργασίας, λες και η μεταδοτικότητα και η ενσυναίσθηση αποτυπώνονται σε ένα κουτάκι του Excel.
Η τάξη είναι ένας ζωντανός οργανισμός 25-30 παιδιών, το καθένα από τα οποία κουβαλάει στο σχολείο τα δικά τους βιώματα, τα άγχη, τις ελλείψεις και τα τραύματα της οικογένειάς τους. Ο εκπαιδευτικός καλείται να γκρεμίσει το τείχος της αδιαφορίας, να διαχειριστεί εκρήξεις συμπεριφοράς, να εντοπίσει σημάδια κακοποίησης ή σχολικού εκφοβισμού, να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαφορετικές προσωπικότητες και να προσφέρει ασφάλεια. Γίνεται ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαμεσολαβητής. Όταν διαχειρίζεσαι καθημερινά τη συναισθηματική φόρτιση δεκάδων παιδιών —και συχνά την επιθετικότητα ή την υπερβολική απαίτηση των γονέων— το συναισθηματικό σου ντεπόζιτο αδειάζει επικίνδυνα. Αυτό που στην ψυχολογία λέγεται compassion fatigue (κόπωση ενσυναίσθησης) είναι καθημερινότητα για τους ανθρώπους της εκπαίδευσης.
Πίσω από την καραμέλα του «βολεμένου», κρύβεται επίσης μια άλλη μεγάλη αλήθεια: δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές που ζουν κάθε χρόνο με μια βαλίτσα στο χέρι. Άνθρωποι που καλούνται κάθε Σεπτέμβριο να μετακομίσουν στην άλλη άκρη της Ελλάδας, σε νησιά με εξωφρενικά ενοίκια, ψάχνοντας σπίτι σε τουριστικές περιοχές που τους αντιμετωπίζουν ως «ενόχληση». Και από την άλλη, μόνιμοι εκπαιδευτικοί με μισθούς που συχνά δεν καλύπτουν ούτε τα βασικά έξοδα διαβίωσης, βλέποντας την αγοραστική τους δύναμη να καταρρέει.
Το πιο εξαντλητικό κομμάτι, όμως, δεν είναι όλα αυτα, είναι κάτι άλλο που “πονάει”, ειναι η απαξίωση. Είναι η αίσθηση ότι η κοινωνία σε θεωρεί «τεμπέλη» εξ ορισμού, επειδή εργάζεσαι στο δημόσιο. Ότι κάθε προσπάθειά σου ακυρώνεται από μια ισοπεδωτική λογική που μετράει την προσφορά μόνο με τις ώρες παρουσίας σε ένα γραφείο. Ο εκπαιδευτικός δεν ζητάει οίκτο, ούτε διεκδικεί το αλάθητο. Υπάρχουν κακοί επαγγελματίες; Όπως σε κάθε χώρο, ασφαλώς και υπάρχουν. Αλλά η ισοπέδωση είναι επικίνδυνη. Η εξάντληση των εκπαιδευτικών δεν είναι δικαιολογία, είναι καμπανάκι κινδύνου. Γιατί ένας δάσκαλος εξαντλημένος, ματαιωμένος και απαξιωμένος, δε μπορεί να εμπνεύσει. Κι όταν το σχολείο σταματά να εμπνέει, το τίμημα δεν το πληρώνει ο εκπαιδευτικός στη μισθοδοσία του — το πληρώνουμε όλοι μας στο μέλλον των παιδιών μας.
Καλη σχολικη χρονια σε ολους!
