Μια 44χρονη γυναίκα επέστρεψε στο χωριό Διαλαμπή της Ροδόπης για να γιορτάσει τα γενέθλια της 16χρονης κόρης της. Δεν πρόλαβε. Ο 53χρονος εν διαστάσει σύζυγός της τη μαχαίρωσε στον λαιμό και τη σκότωσε.

Ο 19χρονος γιος της ήταν εκείνος που πήρε την αιμόφυρτη μητέρα του στην αγκαλιά και τη μετέφερε στο νοσοκομείο, ελπίζοντας πως θα μπορούσε να σωθεί. Εκεί, οι γιατροί τού ανακοίνωσαν ότι ήταν ήδη νεκρή. Η 16χρονη κόρη της, η οποία βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο τη στιγμή της επίθεσης, ήταν εκείνη που κάλεσε τις Αρχές.

Δύο παιδιά που περίμεναν να γιορτάσουν τα γενέθλια της αδελφής τους βρέθηκαν, μέσα σε λίγα λεπτά, να προσπαθούν να σώσουν τη μητέρα τους από τον ίδιο τους τον πατέρα. Αυτή δεν είναι μια «κακιά στιγμή» και δεν είναι ένα έγκλημα που συνέβη επειδή κάποιος «θόλωσε». Είναι μία ακόμη γυναικοκτονία.

Η 44χρονη είχε φύγει εδώ και μήνες από το σπίτι και εργαζόταν στη Θάσο για τη θερινή σεζόν. Είχε απομακρύνει τον 53χρονο από τη ζωή της και, παρότι δεν είχε εκδοθεί ακόμη διαζύγιο, το ζευγάρι βρισκόταν σε διάσταση. Σύμφωνα, μάλιστα, με νεότερες πληροφορίες, ετοιμαζόταν να καταθέσει επίσημα αίτηση διαζυγίου πριν επιστρέψει στην εργασία της.

Γύρισε για το παιδί της. Και εκείνος φέρεται να βρήκε την ευκαιρία να τη σκοτώσει.

Μετά τη δολοφονία, ο 53χρονος αυτοτραυματίστηκε και κατανάλωσε υγρό, πιθανότατα πετρέλαιο, επιχειρώντας να αυτοκτονήσει. Νοσηλεύεται εκτός κινδύνου και φρουρούμενος στο «Σισμανόγλειο». Σε βάρος του σχηματίστηκε δικογραφία για ανθρωποκτονία με δόλο, ενδοοικογενειακή βία και παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων, ενώ από το σπίτι κατασχέθηκαν δύο μαχαίρια. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ., ο ίδιος άνδρας είχε συλληφθεί το 2022 στο Ηράκλειο για ενδοοικογενειακή απειλή σε βάρος της γυναίκας που τέσσερα χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε.

 


 

Ακόμα δε βλέπουμε το μοτίβο;

Ένας άνδρας απειλεί τη σύντροφό του. Εκείνη απομακρύνεται, φεύγει από το κοινό σπίτι και προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή της. Εκείνος δεν αποδέχεται ότι δεν του ανήκει πια, ότι δεν μπορεί να την ελέγχει, ότι εκείνη έχει το δικαίωμα να φύγει. Και τελικά τη σκοτώνει. Πόσες φορές πρέπει να επαναληφθεί ακριβώς η ίδια ιστορία για να σταματήσουμε να συζητάμε αν υπάρχει ο όρος «γυναικοκτονία»;

Το γεγονός ότι στον Ποινικό Κώδικα η πράξη διώκεται ως ανθρωποκτονία δεν εξαφανίζει ούτε τον όρο ούτε την κοινωνική πραγματικότητα που περιγράφει. Η γυναικοκτονία δεν επινοήθηκε για να υποστηρίξει ότι η ζωή μιας γυναίκας αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός άνδρα. Υπάρχει για να εξηγήσει γιατί τόσες γυναίκες δολοφονούνται μέσα στις σχέσεις τους, συχνά τη στιγμή που επιχειρούν να φύγουν από αυτές.

Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων περιγράφει τη γυναικοκτονία ως την πιο ακραία εκδήλωση της έμφυλης βίας και περιλαμβάνει ρητά σε αυτήν τις δολοφονίες γυναικών από νυν ή πρώην συντρόφους. Δεν είναι ένας «υπερβολικός» όρος που έφτιαξαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι ένα εργαλείο για να αναγνωρίσουμε ένα επαναλαμβανόμενο έγκλημα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ώστε να μπορέσουμε κάποτε να το προλάβουμε.

Γιατί, όταν αρνούμαστε να το ονομάσουμε, το παρουσιάζουμε σαν μια σειρά από άσχετα μεταξύ τους περιστατικά. Σαν κάθε γυναίκα να στάθηκε απλώς άτυχη. Σαν κάθε δράστης να ήταν μια μοναδική, ανεξήγητη περίπτωση. Σαν να μην υπάρχουν προηγούμενες απειλές, καταγγελίες, έλεγχος, φόβος και βία. Σαν οι γυναίκες να μη δολοφονούνται ξανά και ξανά επειδή θέλησαν να χωρίσουν, να φύγουν, να πουν «όχι», να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Η 44χρονη είχε φύγει. Είχε βρει δουλειά. Είχε απομακρυνθεί. Είχε ήδη καταγραφεί περιστατικό ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος της. Επέστρεψε μόνο για τα γενέθλια του παιδιού της και δολοφονήθηκε από τον άνδρα από τον οποίο είχε προσπαθήσει να ξεφύγει.

Αν ούτε αυτό μπορεί να ονομαστεί γυναικοκτονία, τότε τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί για να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη;

Η συζήτηση δεν μπορεί να μένει άλλο στο αν ο όρος «υπάρχει». Υπάρχουν οι νεκρές γυναίκες. Υπάρχουν τα παιδιά που καλούν την Αστυνομία και κουβαλούν τις μητέρες τους αιμόφυρτες στα χέρια. Υπάρχουν οι απειλές που έχουν προηγηθεί και τα σημάδια κινδύνου που συχνά καταγράφονται, αλλά δεν καταφέρνουν να αποτρέψουν το έγκλημα.

Η γυναικοκτονία υπάρχει είτε κάποιοι δέχονται τη λέξη είτε όχι. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσες ακόμη γυναίκες πρέπει να δολοφονηθούν μέχρι να πάψουμε να πολεμάμε τον όρο και να αρχίσουμε να πολεμάμε όσα περιγράφει.