Πέντε λεπτά, μισή ώρα ή ένα ολόκληρο βράδυ; Όταν μιλάμε για σεξ, ο χρόνος έχει γίνει σχεδόν ένας κρυφός δείκτης «επιτυχίας». Μόνο που η επιστήμη έχει μια μάλλον απελευθερωτική απάντηση: δεν υπάρχει η σωστή διάρκεια και το περισσότερο δεν σημαίνει απαραίτητα καλύτερο.

Υπάρχει μια παράξενη εμμονή με το πόσο διαρκεί το σεξ. Σαν να υπάρχει κάπου ένα αόρατο χρονόμετρο που ξεκινά μόλις κλείσει η πόρτα του υπνοδωματίου και, ανάλογα με το πότε θα σταματήσει, αποφασίζει αν η βραδιά ήταν επιτυχημένη ή απογοητευτική.

Πέντε λεπτά; Μάλλον πολύ λίγο.
Είκοσι λεπτά; Καλύτερα.
Μία ώρα; Τώρα μιλάμε.

Μόνο που το σεξ δεν λειτουργεί σαν αγώνας δρόμου και, ευτυχώς, δεν υπάρχει κάποιο παγκόσμιο πρωτάθλημα διάρκειας στο οποίο πρέπει να προκριθούμε.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η διάρκεια μιας σεξουαλικής επαφής διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο και από ζευγάρι σε ζευγάρι, ενώ ακόμη και το τι θεωρεί κάθε άνθρωπος ως «αρχή» και «τέλος» του σεξ μπορεί να είναι διαφορετικό. Όπως εξηγεί ο σεξουαλικός ερευνητής Justin Lehmiller, δεν είναι ακριβές να λέμε ότι το σεξ «πρέπει» να διαρκεί συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, καθώς οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές προτιμήσεις και αντιλαμβάνονται διαφορετικά τη σεξουαλική επαφή.

Και τελικά, πόσο διαρκεί;

Αν θέλουμε οπωσδήποτε έναν αριθμό, μια μελέτη του 2005, η οποία εξέτασε ετεροφυλόφιλα ζευγάρια και ως σεξουαλική επαφή όρισε τη διείσδυση, βρήκε διάρκεια από περίπου 55 δευτερόλεπτα έως 44 λεπτά, με μέσο όρο περίπου 5,4 λεπτά.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο αριθμός αυτός αφορά μόνο ένα κομμάτι της σεξουαλικής εμπειρίας. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι μπορεί να περνούν περισσότερο χρόνο στο προκαταρκτικό παιχνίδι από ό,τι στη διείσδυση, ενώ η διάρκεια που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να φτάσει σε οργασμό διαφέρει σημαντικά.

Μάλιστα, έρευνα του 2020 που αναφέρεται στο ίδιο θέμα βρήκε ότι ο μέσος χρόνος μέχρι τον οργασμό για τις ετεροφυλόφιλες γυναίκες ήταν περίπου 13,4 λεπτά, όταν η μέτρηση αφορούσε τη συγκεκριμένη σεξουαλική δραστηριότητα.

Με άλλα λόγια, το «5,4 λεπτά» δεν σημαίνει ότι το σεξ πρέπει να τελειώνει στα 5,4 λεπτά. Σημαίνει απλώς ότι έτσι προέκυψε ένας συγκεκριμένος μέσος όρος σε μια συγκεκριμένη μελέτη και με έναν πολύ συγκεκριμένο ορισμό του σεξ.

Το σεξ δεν είναι Netflix σειρά

Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία.

Το ότι μια σεξουαλική επαφή κράτησε περισσότερο δεν μας λέει από μόνο του τίποτα για το αν ήταν καλή. Ένα σύντομο σεξ μπορεί να είναι απολύτως ικανοποιητικό, ενώ ένα πολύωρο μπορεί να αφήσει και τους δύο να κοιτάζουν το ταβάνι και να αναρωτιούνται πότε θα τελειώσει.

Η Donna Oriowo, πιστοποιημένη σεξοθεραπεύτρια, συνοψίζει την ιδέα αρκετά απλά: το σεξ πρέπει να διαρκεί τόσο ώστε όλοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν να αισθάνονται σεξουαλική ικανοποίηση και ευχαρίστηση.

Και αυτό ίσως είναι πολύ πιο χρήσιμο κριτήριο από οποιοδήποτε χρονόμετρο.

Γιατί μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που θέλει ένα γρήγορο, αυθόρμητο σεξ πριν φύγει για δουλειά και ένας άλλος που προτιμά μια αργή, παρατεταμένη εμπειρία. Μπορεί το ίδιο ζευγάρι να θέλει κάτι διαφορετικό ανάλογα με τη διάθεση, την ημέρα, την οικειότητα ή απλώς το πόσο χρόνο έχει διαθέσιμο.

Δεν υπάρχει «σωστό».

Υπάρχει αυτό που λειτουργεί για τους συγκεκριμένους ανθρώπους.

Γιατί έχουμε πειστεί ότι το περισσότερο είναι καλύτερο;

Ίσως επειδή έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε το σεξ σαν επίδοση.

Η πορνογραφία, οι σεξουαλικές αναπαραστάσεις στην ποπ κουλτούρα και η γενικότερη ανάγκη να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους μπορούν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο «πρέπει» να γίνεται το καλό σεξ.

Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διάρκεια γίνεται εύκολος αριθμός για σύγκριση. Είναι πολύ πιο εύκολο να πεις «κράτησε μισή ώρα» από το να εξηγήσεις ότι ένιωσες άνετα, ότι υπήρχε επικοινωνία, ότι υπήρχε επιθυμία ή ότι απλώς πέρασες πραγματικά καλά.

Το ρολόι, όμως, δεν μπορεί να μετρήσει τίποτα από αυτά.

Υπάρχει και το αντίστροφο πρόβλημα

Το να τελειώσει το σεξ γρήγορα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάτι πήγε στραβά.

Η λίμπιντο, η διάθεση, το άγχος, οι ορμονικές αλλαγές, η ηλικία, η σωματική κατάσταση και η σεξουαλική λειτουργία μπορούν όλα να επηρεάσουν τη διάρκεια μιας σεξουαλικής επαφής. Το άγχος, για παράδειγμα, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη σεξουαλική λειτουργία και, στους άνδρες, να συμβάλει σε δυσκολίες επίτευξης ή διατήρησης στύσης.

Αυτό σημαίνει ότι μια σεξουαλική επαφή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν τεστ αντοχής, στο οποίο κάποιος περνά ή αποτυγχάνει ανάλογα με το χρονόμετρο.

Και το «quickie»;

Υπάρχει και η άλλη πλευρά της ιστορίας: το σεξ των λίγων λεπτών.

Το quickie έχει συχνά αντιμετωπιστεί σαν το «δεύτερης κατηγορίας» σεξ, επειδή είναι σύντομο. Στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι ακριβώς αυτό που θέλουν και οι δύο εκείνη τη στιγμή.

Ο Lehmiller μάλιστα επισημαίνει ότι στις έρευνές του σχετικά με τις σεξουαλικές φαντασιώσεις διαπιστώνει πως οι άνθρωποι θέλουν να ξαναζήσουν πολύ διαφορετικές εμπειρίες: για κάποιους η ιδανική ανάμνηση μπορεί να αφορά μια ολόκληρη νύχτα, ενώ για άλλους ένα quickie λίγων λεπτών.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο: δεν θυμόμαστε απαραίτητα το σεξ επειδή κράτησε πολύ. Το θυμόμαστε επειδή μας έκανε να νιώσουμε κάτι.

Άρα, ποια είναι η «ιδανική» διάρκεια;

Η απάντηση είναι εκνευριστικά απλή: αυτή που λειτουργεί για εσάς.

Αν δύο άνθρωποι είναι ικανοποιημένοι μετά από λίγα λεπτά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνονται ότι απέτυχαν. Αν θέλουν να περάσουν πολύ περισσότερο χρόνο μαζί, επίσης κανένα πρόβλημα.

Το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσει κάποιος χρόνο.

Είναι να μη χάσει την απόλαυση προσπαθώντας να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, το σεξ έχει ήδη αρκετές απαιτήσεις χωρίς να χρειάζεται να αποκτήσει και χρονόμετρο.