Υπάρχουν εκλογικά αποτελέσματα που δεν αλλάζουν απλώς έναν συσχετισμό δυνάμεων. Αλλάζουν τη συζήτηση. Η εκλογική νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ είναι μια τέτοια περίπτωση.
Το ακροδεξιό κόμμα συγκέντρωσε περίπου 43,8% των ψήφων και κέρδισε 39 από τις 83 έδρες του τοπικού κοινοβουλίου. Δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία και, με τα σημερινά δεδομένα, τα υπόλοιπα κόμματα εξακολουθούν να κρατούν το λεγόμενο «τείχος προστασίας» απέναντί του, αποκλείοντας τη συνεργασία. Όμως το πολιτικό μήνυμα της κάλπης είναι δύσκολο να αγνοηθεί: η AfD δεν βρίσκεται πλέον απλώς μέσα στο γερμανικό πολιτικό σύστημα. Σε ένα κρατίδιο της ανατολικής Γερμανίας είναι η πρώτη δύναμη.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό κομμάτι της ιστορίας. Όχι ότι ένα ακροδεξιό κόμμα κέρδισε μια εκλογική αναμέτρηση — αυτό το έχουμε δει και αλλού στην Ευρώπη. Αλλά ότι η AfD έχει καταφέρει να μετακινηθεί από την άκρη του πολιτικού χάρτη προς το κέντρο της πολιτικής συζήτησης, χωρίς πλέον να χρειάζεται να παρουσιάζεται ως «αντισυστημική εξαίρεση». Μπορεί να διεκδικεί την εξουσία με όρους κανονικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε από το πουθενά. Η AfD ξεκίνησε το 2013 ως ένα ευρωσκεπτικιστικό κόμμα με ισχυρή παρουσία οικονομολόγων και πανεπιστημιακών και, μέσα σε λίγα χρόνια, μετατοπίστηκε αποφασιστικά προς τον εθνικισμό, την αντιμεταναστευτική πολιτική και τον σκληρό δεξιό λαϊκισμό. Το μεταναστευτικό, η ασφάλεια, η εθνική ταυτότητα και η αντίθεση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έγιναν σταδιακά ο πυρήνας της πολιτικής της.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, βέβαια, θα ήταν εύκολο να τα αποδώσουμε όλα στην ακροδεξιά ρητορική. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Deutsche Welle επισημαίνει ότι η επιτυχία της AfD συνδέεται επίσης με την αποτελεσματική προεκλογική της καμπάνια, τη δυσαρέσκεια απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και την ενίσχυσή της ακόμη και μεταξύ ανθρώπων που προηγουμένως δεν πήγαιναν να ψηφίσουν. Παράλληλα, η περιοχή της πρώην Ανατολικής Γερμανίας εξακολουθεί να κουβαλά οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που δεν εξαφανίστηκαν με την επανένωση.
Κάπου εδώ, νομίζω, βρίσκεται και η ουσία. Η ακροδεξιά δεν ανεβαίνει μόνο επειδή κάποιοι άνθρωποι «ξαφνικά έγιναν ακροδεξιοί». Ανεβαίνει όταν ένα κομμάτι της κοινωνίας αισθάνεται ότι τα παραδοσιακά κόμματα δεν το ακούνε, όταν ο φόβος για το αύριο γίνεται μεγαλύτερος από την εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα και όταν οι απλές, απόλυτες απαντήσεις μοιάζουν πιο ελκυστικές από τις δύσκολες και σύνθετες.
Και εδώ χρειάζεται προσοχή. Το να προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί ψηφίζει κάποιος AfD δεν σημαίνει ότι πρέπει να δικαιολογούμε όσα πρεσβεύει η AfD. Η κατανόηση της αιτίας δεν είναι αποδοχή του αποτελέσματος.
Γιατί πίσω από τις πιο «κανονικές» εμφανίσεις και την πιο σύγχρονη επικοινωνία παραμένουν πολιτικές θέσεις που προκαλούν σοβαρές αντιδράσεις: σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτική, η λεγόμενη «Remigration», βαθύς ευρωσκεπτικισμός, αντίθεση στη στήριξη της Ουκρανίας και πιο κοντινή στάση απέναντι στη Ρωσία, αλλά και θέσεις που συγκρούονται με δικαιώματα και πολιτικές για τις μειονότητες.
Και υπάρχει κάτι ακόμη που δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς όταν μιλά για τη Γερμανία: η ιστορική μνήμη. Το «ποτέ ξανά» δεν είναι μια ωραία φράση για επετείους και σχολικά βιβλία. Είναι μια πολιτική και κοινωνική δέσμευση που γεννήθηκε ακριβώς επειδή η Γερμανία γνωρίζει πού μπορεί να οδηγήσει ο ακραίος εθνικισμός όταν πάψει να αντιμετωπίζεται ως απειλή και αρχίσει να θεωρείται απλώς μία ακόμη πολιτική επιλογή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ψηφοφόρος της AfD είναι ναζί. Μια τέτοια εξίσωση είναι και άδικη και πολιτικά αδιέξοδη. Σημαίνει όμως ότι η ιστορία δεν είναι διακοσμητικό φόντο. Και όταν ένα κόμμα που βρίσκεται τόσο κοντά στην ακροδεξιά παράδοση της Ευρώπης φτάνει σχεδόν στο 44%, η κοινωνία έχει κάθε λόγο να αναρωτηθεί όχι μόνο τι ψήφισαν οι πολίτες, αλλά και γιατί έφτασαν να το θεωρούν μια αποδεκτή απάντηση.
Ίσως, τελικά, το πιο ανησυχητικό στοιχείο να μην είναι καν το ποσοστό. Είναι η εξοικείωση.
Όταν η ακροδεξιά παύει να μοιάζει με κάτι μακρινό, γραφικό ή περιθωριακό και αρχίζει να εμφανίζεται ως μια πιθανή κυβέρνηση, αλλάζει και το όριο όσων θεωρούμε πολιτικά φυσιολογικά. Αυτό είναι το πραγματικό «καμπανάκι» από τη Γερμανία.
Η AfD δεν πήρε την απόλυτη πλειοψηφία. Το δημοκρατικό σύστημα της Γερμανίας εξακολουθεί να έχει θεσμικά και πολιτικά αναχώματα. Αλλά πλέον το ερώτημα δεν είναι αν η ακροδεξιά μπορεί να κερδίσει. Το απάντησε η κάλπη.
Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα μεγαλώνει μέχρι να χρειαστεί να αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη συζητά μαζί της.