Η Κυριακή Γρίβα δολοφονήθηκε σε απόσταση μόλις 1,5 μέτρου από το φυλάκιο ενός Αστυνομικού Τμήματος. Αφού πέρασε την πόρτα του Τμήματος, εξήγησε ότι φοβόταν τον πρώην σύντροφό της και ζήτησε ένα περιπολικό για να επιστρέψει με ασφάλεια στο σπίτι της.
Δύο χρόνια μετά τη γυναικοκτονία της, τέσσερις αστυνομικοί παραπέμπονται σε δίκη για θανατηφόρα έκθεση από υπόχρεο διά παραλείψεως, σε βαθμό κακουργήματος. Και μαζί τους, έστω και ανεπίσημα, οδηγείται στο εδώλιο ένα ολόκληρο σύστημα που εκείνο το βράδυ άκουσε μια γυναίκα να λέει «φοβάμαι» και αποφάσισε ότι δεν κινδύνευε αρκετά.
Την ενοχή ή την αθωότητά τους θα την κρίνει το δικαστήριο. Αυτό είναι αυτονόητο. Εξίσου αυτονόητο, όμως, είναι ότι αυτή η υπόθεση δε θα μπορούσε να κλείσει μόνο με την καταδίκη του άνδρα που μαχαίρωσε την Κυριακή. Ο δολοφόνος της έχει ήδη καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, χωρίς ελαφρυντικά. Τώρα η Δικαιοσύνη καλείται να εξετάσει και το άλλο κομμάτι αυτής της ιστορίας: τι έκαναν –και κυρίως τι δεν έκαναν– εκείνοι στους οποίους η Κυριακή απευθύνθηκε για να σωθεί.
Συνηθίζουμε να λέμε ότι ένα θύμα «έπεσε στα κενά του συστήματος». Είναι μια βολική φράση, γιατί κάνει τα πάντα να ακούγονται σχεδόν τυχαία. Σαν να υπήρχε μια μικρή χαραμάδα στη λειτουργία του κράτους και, από τρομερή ατυχία, μια γυναίκα βρέθηκε ακριβώς εκεί. Στην περίπτωση της Κυριακής Γρίβα, όμως, δεν μιλάμε για ένα αόριστο «κενό». Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, υπήρχαν συγκεκριμένοι άνθρωποι, συγκεκριμένες υποχρεώσεις και συγκεκριμένες ενέργειες που δεν έγιναν.
Ο τηλεφωνητής της Άμεσης Δράσης, σύμφωνα με τους δικαστές, όφειλε να αντιληφθεί τη σοβαρότητα του περιστατικού, να το καταγράψει ως επείγον συμβάν ενδοοικογενειακής βίας και να το προωθήσει ως υπόθεση υψηλής προτεραιότητας. Αντί γι’ αυτό, όταν η Κυριακή ζήτησε περιπολικό για να μεταφερθεί με ασφάλεια, άκουσε τη φράση που έμεινε να στοιχειώνει αυτή την υπόθεση:
«Το περιπολικό δεν είναι ταξί, κυρία μου».
Η αξιωματικός υπηρεσίας, σύμφωνα πάντα με το βούλευμα, όφειλε να επικοινωνήσει με το Κέντρο Άμεσης Δράσης, να ζητήσει να αρχίσουν έρευνες για τον εντοπισμό του πρώην συντρόφου της και να εξασφαλίσει την ασφαλή μεταφορά της.
Η επόπτρια φέρεται να μην καθοδήγησε την αξιωματικό για τις κινήσεις που έπρεπε να γίνουν, παρότι η Κυριακή είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι φοβόταν για τη σωματική της ακεραιότητα και είχε ζητήσει αστυνομική συνοδεία.
Ο σκοπός, τέλος, κατηγορείται ότι δε βρισκόταν στην απαιτούμενη ετοιμότητα και δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον δράστη, ο οποίος πλησίασε πεζός κρατώντας μαχαίρι. Η Κυριακή δέχθηκε την επίθεση περίπου 1,5 μέτρο από το φυλάκιο του Αστυνομικού Τμήματος. Μπροστά στην πόρτα τους.
Σύμφωνα με το βούλευμα, οι τέσσερις κατηγορούμενοι άφησαν αβοήθητο ένα πρόσωπο που βρισκόταν υπό την προστασία τους, ενώ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσουν για να αποτρέψουν το αποτέλεσμα.
Πόσο πιο καθαρά πρέπει να ζητήσει βοήθεια μια γυναίκα;
Σε κάθε γυναικοκτονία ακούμε τις ίδιες ερωτήσεις.
Γιατί δεν έφυγε; Γιατί δε μίλησε; Γιατί δεν τον κατήγγειλε; Γιατί δεν πήγε στην Αστυνομία; Γιατί δεν κατάλαβε νωρίτερα ότι κινδύνευε;
Η Κυριακή έφυγε. Μίλησε. Πήγε στην Αστυνομία. Περιέγραψε τον φόβο της. Ζήτησε προστασία.
Και πάλι δε σώθηκε.
Αυτός είναι ο λόγος που η παραπομπή των τεσσάρων αστυνομικών αφορά όλες τις γυναίκες. Γιατί δεν αρκεί ένα κράτος να καλεί τα θύματα να καταγγέλλουν την κακοποίηση. Πρέπει, όταν φτάσουν στην πόρτα του, να ξέρει τι να κάνει με την καταγγελία τους.
Δε γίνεται να φορτώνουμε στις γυναίκες ολόκληρη την ευθύνη της επιβίωσής τους. Να πρέπει να αναγνωρίσουν εγκαίρως τον κίνδυνο, να συγκεντρώσουν αποδείξεις, να φύγουν χωρίς να γίνουν αντιληπτές, να καταγγείλουν σωστά, να βρουν τις κατάλληλες λέξεις και, μέσα στον πανικό τους, να πείσουν έναν άγνωστο στην άλλη άκρη της γραμμής ότι δεν υπερβάλλουν. Πόσο πιο καθαρά έπρεπε να πει η Κυριακή ότι φοβόταν; Πόσο πιο κοντά στο Αστυνομικό Τμήμα έπρεπε να βρίσκεται για να θεωρηθεί ασφαλής; Πόσο πιο ορατός έπρεπε να είναι ο κίνδυνος;
Το περιπολικό πράγματι δεν είναι ταξί. Είναι, όμως, μέσο προστασίας. Και η προστασία μιας γυναίκας που δηλώνει ότι κινδυνεύει δεν είναι χάρη, εξυπηρέτηση ή προσωπική καλοσύνη. Είναι καθήκον.
Η δολοφονία της Κυριακής συνέβη στο τέλος μιας αλυσίδας εκκλήσεων που δεν αντιμετωπίστηκαν με τη σοβαρότητα που απαιτούσαν. Η δίκη των τεσσάρων αστυνομικών έχει σημασία ακριβώς γιατί για πρώτη φορά αυτή η αλυσίδα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως «λάθος χειρισμός», αλλά ερευνάται ως πιθανή ποινική ευθύνη.
Η Κυριακή δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Η δικαιοσύνη δεν θα έρθει πραγματικά όσο εκείνη λείπει. Μπορεί, όμως, η δίκη αυτή να στείλει ένα απολύτως ξεκάθαρο μήνυμα: όταν μια γυναίκα φτάνει σε ένα Αστυνομικό Τμήμα και λέει «φοβάμαι», δεν υπάρχει χώρος για ειρωνεία, αδιαφορία ή μετάθεση της ευθύνης.
Γιατί, την επόμενη φορά, πίσω από την πόρτα δεν πρέπει να υπάρχει άλλη μία Κυριακή.
Πρέπει να υπάρχει ένα κράτος που, επιτέλους, θα κάνει τη δουλειά του.