Τώρα τελευταία μιλάμε όλο και περισσότερο για το πώς θα ζήσουμε περισσότερο: τι θα φάμε, πόσο θα γυμναστούμε, πόσο θα κοιμηθούμε. Ίσως, όμως, ξεχνάμε έναν παράγοντα εξίσου σημαντικό και βαθιά ανθρώπινο: με ποιους ανθρώπους θα ζήσουμε τη ζωή μας.

Από την αρχαιότητα ακόμη, η ανάγκη για σύνδεση θεωρήθηκε συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Αριστοτέλης χαρακτήριζε τη φιλία «ένα από τα πιο απαραίτητα πράγματα στη ζωή» και έβλεπε τον άνθρωπο ως ον που ολοκληρώνεται μέσα στη συνύπαρξη με τους άλλους. Αιώνες αργότερα, ο Φρόιντ θα έβλεπε επίσης στους δεσμούς αγάπης και φιλίας έναν από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους και συγκροτούν κοινότητες.

Αν, λοιπόν, η ανάγκη μας για σύνδεση είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη φύση, το ερώτημα που προκύπτει αναπόφευκτα είναι το εξής: μπορεί η ποιότητα των σχέσεών μας να επηρεάζει όχι μόνο το πώς ζούμε, αλλά και το πόσο ζούμε;

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι η μοναξιά συνδέεται με περίπου 871.000 θανάτους τον χρόνο παγκοσμίως. Η κοινωνική απομόνωση και η μοναξιά συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές παθήσεις, εγκεφαλικό, διαβήτη, προβλήματα ψυχικής υγείας και γνωστική έκπτωση, ενώ σχετίζονται και με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου. Πόσο ειρωνικό! Ζούμε την κορύφωση της απομόνωσης στην εποχή της πρωτοφανούς έξαρσης της επικοινωνίας. Ένα μήνυμα απέχει ένα άγγιγμα, μια βιντεοκλήση ένα κλικ και ένας ολόκληρος κόσμος ανθρώπων βρίσκεται στην οθόνη μας ανά πάσα στιγμή. Κι όμως, μέσα σε αυτή την πρωτοφανή ευκολία επικοινωνίας, η μοναξιά έχει πάρει διαστάσεις παγκόσμιου προβλήματος. Σχεδόν ένας στους έξι ανθρώπους δηλώνει ότι βιώνει μοναξιά. Έχουμε γίνει, θα έλεγε κανείς, εξαιρετικά αποτελεσματικοί στο να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι. Ξεχάσαμε να είμαστε πραγματικά παρόντες.

Μόνο που ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη απλώς από σήματα, ειδοποιήσεις και ψηφιακές παρουσίες. Έχει ανάγκη από ουσιαστική σύνδεση. Από έναν άνθρωπο που θα ακούσει τη φωνή του, από μια αγκαλιά που δεν αποστέλλεται ως emoji, από την αίσθηση ότι κάποιος είναι πραγματικά εκεί. Και η απουσία αυτής της σύνδεσης δεν αφήνει μόνο ένα συναισθηματικό κενό.

Κι εδώ ανακύπτει μια κρίσιμη διάκριση: δεν αρκεί να έχουμε ανθρώπους γύρω μας· σημασία έχει η ποιότητα των δεσμών μας. Η επιστήμη δείχνει ότι οι σχέσεις που χαρακτηρίζονται από εμπιστοσύνη, αμοιβαιότητα, συναισθηματική εγγύτητα και αίσθηση ασφάλειας συνδέονται με καλύτερη υγεία και μεγαλύτερη ευημερία.

Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι η κοινωνική πολυκοσμία, αλλά η ουσιαστική σύνδεση. Δεν αρκεί να έχουμε ανθρώπους γύρω μας· έχει σημασία τι συμβαίνει ανάμεσά μας.

Υπάρχουν σχέσεις που μοιάζουν με καταφύγιο. Εκείνες στις οποίες μπορούμε να αφήσουμε κάτω την άμυνά μας, να σωπάσουμε χωρίς να παρεξηγηθούμε, να μιλήσουμε χωρίς να φοβηθούμε και να νιώσουμε, έστω για λίγο, πως ο κόσμος δεν είναι τόσο βαρύς όταν τον σηκώνουμε μαζί. Είναι οι άνθρωποι που μας κρατούν όταν λυγίζουμε, που χαίρονται με τη χαρά μας και στέκονται δίπλα μας στις ήττες μας. Υπάρχουν, όμως, και σχέσεις που κάνουν ακριβώς το αντίθετο: μας γεμίζουν αγωνία, μας στερούν την ηρεμία, μας κάνουν να αμφισβητούμε τον εαυτό μας και αφήνουν μέσα μας μια μόνιμη κόπωση. Άλλες σχέσεις γίνονται ρίζες που μας κρατούν όρθιους κι άλλες αγκάθια που μας ματώνουν αθόρυβα. Και ίσως γι’ αυτό η ποιότητα των δεσμών μας να είναι τόσο σημαντική για την υγεία μας: γιατί η καρδιά δεν ξεχωρίζει πάντα τη συναισθηματική φθορά από το υπόλοιπο σώμα. Κουβαλάμε μέσα μας τις σχέσεις μας· εκείνες που μας ζεσταίνουν, αλλά και εκείνες που μας πληγώνουν.

Ζούμε, λοιπόν, περισσότερο όταν συνδεόμαστε; Ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται τόσο στην παράταση της ζωής όσο στον τρόπο με τον οποίο την κατοικούμε. Γιατί μέσα από αυτή τη διαδρομή γίνεται φανερό πως δεν είναι η παρουσία των άλλων που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, αλλά η ποιότητα του δεσμού που δημιουργούμε μαζί τους. Η μοναξιά δεν είναι απλώς η απουσία ανθρώπων, όπως και η συντροφικότητα δεν είναι απλώς η παρουσία τους. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η ουσιαστική σύνδεση: η εμπιστοσύνη, η ασφάλεια, η αμοιβαιότητα, η αίσθηση ότι υπάρχει κάποιος με τον οποίο μπορούμε να μοιραστούμε όχι μόνο τις χαρές μας, αλλά και το βάρος της ύπαρξής μας.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα πόσα χρόνια μάς χαρίζει μια καλή σχέση. Μπορούμε, όμως, να γνωρίζουμε τι χαρίζει στα χρόνια μας. Και αυτό ίσως είναι το ουσιαστικότερο συμπέρασμα: η μακροζωία μετριέται σε διάρκεια, η ζωή, όμως, σε σύνδεση.

Συντάκτης: Βίκυ Παναγοπούλου