Εδώ και μέρες σκέφτομαι όλη αυτή τη συζήτηση γύρω από τη μη ακύρωση της συναυλίας του Αντώνη Ρέμου. Λες και πρέπει να αποδείξουμε ποιος στενοχωρήθηκε περισσότερο για τον Γιώργο Μαζωνάκη. Λες και υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος να δείξουμε το πένθος μας και κάποιος αόρατος κριτής που θα αποφασίσει ποιος πόνεσε πιο πολύ. Σαν να υπάρχει βαθμόμετρο στη θλίψη.

Η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη μάς τάραξε και μας στενοχώρησε όλους. Ήταν ένας άνθρωπος που, μέσα από τη φωνή, τα τραγούδια και την ιδιαίτερη παρουσία του, είχε μπει στις ζωές μας, ακόμη και στις ζωές ανθρώπων που δεν τον γνώρισαν ποτέ προσωπικά. Αυτή η συλλογική συγκίνηση είναι αληθινή. Δεν σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να εκφραστεί από όλους με τον ίδιο τρόπο.

Τελικά, πώς αποδεικνύεται το πένθος; Με μια ακύρωση; Με μια μαύρη φωτογραφία στα κοινωνικά δίκτυα; Με την υποχρεωτική σιωπή; Και ποιος ακριβώς δικαιούται να αποφασίζει αν η θλίψη ενός άλλου ανθρώπου είναι αρκετά βαθιά και αρκετά «σωστά» εκφρασμένη;

Τις τελευταίες ημέρες, καλλιτέχνες που πραγματοποίησαν κανονικά τις προγραμματισμένες συναυλίες τους βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα κύμα διαδικτυακής λάσπης. Σαν να υπήρχε ένας άγραφος κανόνας που όριζε ότι ο μοναδικός αξιοπρεπής τρόπος αποχαιρετισμού ήταν η ακύρωση. Όποιος ανέβηκε στη σκηνή θεωρήθηκε από ορισμένους περίπου ασυγκίνητος, ασεβής ή ακόμη και προδότης της μνήμης του ανθρώπου που έφυγε.

Αποκορύφωμα αυτής της ανθρωποφαγίας υπήρξε η πτώση της Καίτης Γαρμπή στη σκηνή της συναυλίας του Αντώνη Ρέμου. Ένα απλό ατύχημα, μια άτυχη στιγμή από αυτές που μπορούν να συμβούν σε οποιονδήποτε, στάθηκε αρκετό για να εμφανιστούν άνθρωποι που το χαρακτήρισαν «σημάδι του Θεού» ή κάποια μορφή θεϊκής τιμωρίας.

Λες και ο Θεός, σύμφωνα με αυτή την αλλόκοτη συλλογιστική, ανέλαβε να τιμωρήσει μια τραγουδίστρια επειδή τόλμησε να τραγουδήσει ενώ πενθούσε έναν συνάδελφό της.

Δεν πρόκειται για ευαισθησία. Πρόκειται για σκληρότητα μεταμφιεσμένη σε ηθική.

Το πένθος δεν είναι δημόσια εξέταση στην οποία βαθμολογούμαστε. Δεν είναι διαγωνισμός ακυρώσεων ούτε μια παράσταση που οφείλουμε να δώσουμε για να πείσουμε αγνώστους ότι λυπηθήκαμε αρκετά. Είναι μια βαθιά προσωπική εμπειρία, η οποία εκδηλώνεται διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Κάποιος σωπαίνει. Κάποιος απομονώνεται. Κάποιος χρειάζεται να μιλήσει. Κάποιος δεν μπορεί να εργαστεί και κάποιος άλλος επιλέγει να επιστρέψει αμέσως στη δουλειά του, ακριβώς επειδή μόνο έτσι αντέχει την απώλεια. Για έναν καλλιτέχνη, μάλιστα, η μουσική δεν είναι απαραίτητα το αντίθετο του πένθους. Μπορεί να είναι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο πενθεί.

Ο Αντώνης Ρέμος δεν προσπέρασε σιωπηλά την απώλεια του Μαζωνάκη. Στη συναυλία του αναφέρθηκε σε εκείνον και τον αποχαιρέτησε μέσα από το «Ανήκω σ’ εμένα», μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους. Η μουσική βραδιά απέκτησε έτσι και τον χαρακτήρα ενός συλλογικού αποχαιρετισμού. Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι η συναυλία έπρεπε να αναβληθεί. Είναι μια απολύτως θεμιτή άποψη. Δεν μπορεί, όμως, να παρουσιάζει τη δική του επιλογή ως το μοναδικό έγκυρο μέτρο αγάπης και σεβασμού. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να τη χρησιμοποιεί ως άλλοθι για να καταδικάζει, να προσβάλλει ή να καταριέται όσους επέλεξαν διαφορετικά.

Εξάλλου, μια συναυλία δεν αποτελεί υπόθεση ενός μόνο προσώπου. Πίσω από τη σκηνή εργάζονται μουσικοί, τεχνικοί, παραγωγοί, ηχολήπτες, φωτιστές, οδηγοί και δεκάδες ακόμη άνθρωποι. Υπάρχουν συμφωνίες, μετακινήσεις και πολύμηνη προετοιμασία. Η ακύρωση μπορεί ασφαλώς να επιλεγεί ως ένδειξη πένθους, αλλά δεν είναι μια αφηρημένη συμβολική κίνηση χωρίς συνέπειες. Ούτε αποτελεί αυτομάτως την ηθικά ανώτερη απόφαση.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι η ζωή δεν χωρίζεται σε απολύτως στεγανά συναισθήματα. Μπορούμε να θλιβόμαστε για έναν άνθρωπο που χάθηκε και ταυτόχρονα να νιώθουμε χαρά ή υπερηφάνεια για κάποιον που βρίσκεται ακόμη δίπλα μας. Μπορούμε να κλαίμε και, λίγο αργότερα, να γελάμε, χωρίς αυτό να ακυρώνει τα δάκρυά μας.

Η ανθρώπινη ψυχή αντέχει αντιφατικά συναισθήματα. Δε λειτουργεί με τον απλοϊκό διακόπτη που απαιτούν συχνά τα κοινωνικά δίκτυα: ή πενθείς ή συνεχίζεις να ζεις. Η απαίτηση να σταματήσουν όλα για να αποδειχθεί ο σεβασμός μας ίσως λέει περισσότερα για τη δική μας ανάγκη να ελέγχουμε τη συμπεριφορά των άλλων παρά για την αγάπη μας προς τον άνθρωπο που έφυγε. Και όταν η απαίτηση αυτή μετατρέπεται σε ύβρεις, κατάρες και πανηγυρισμούς για έναν πιθανό τραυματισμό, τότε έχει ήδη χαθεί κάθε ίχνος σεβασμού που υποτίθεται ότι την κινητοποιούσε.

Γιατί δεν μπορείς να επικαλείσαι τη μνήμη ενός ανθρώπου για να επιτεθείς με απανθρωπιά σε έναν άλλον. Δεν τιμάς έναν νεκρό ευχόμενος κακό στους ζωντανούς. Δεν υπερασπίζεσαι την αγάπη μέσα από το μίσος.

Κανείς δε γνωρίζει τι ένιωθε πραγματικά ο Ρέμος, η Γαρμπή ή οποιοσδήποτε άλλος συνάδελφος του Μαζωνάκη όταν ανέβηκε στη σκηνή. Και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μετρήσει αυτή τη θλίψη με βάση ένα ακυρωμένο εισιτήριο ή ένα κλειστό μικρόφωνο. Η αναβολή μιας συναυλίας μπορεί να είναι μια ειλικρινής πράξη σεβασμού. Το ίδιο ειλικρινής, όμως, μπορεί να είναι και η απόφαση να πραγματοποιηθεί και να μετατραπεί σε αποχαιρετισμό.

Ένας καλλιτέχνης που έζησε μέσα στη μουσική δεν τιμάται μόνο με τη σιωπή. Τιμάται και όταν τα τραγούδια του εξακολουθούν να ακούγονται, όταν οι συνάδελφοί του τον θυμούνται πάνω στη σκηνή και όταν χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούν μαζί για εκείνον. Το πένθος δε χρειάζεται πιστοποιητικό γνησιότητας. Και σίγουρα δεν μετριέται σε ακυρωμένες συναυλίες.

Συντάκτης: Ερμιόνη Φράγκου