Μοναχικός ήταν, όχι μόνος. Και υπάρχει διαφορά. Θα σου εξηγήσω.

Η μοναξιά είναι ένα δωμάτιο στο οποίο βρίσκεσαι χωρίς να το έχεις διαλέξει. Η μοναχικότητα είναι να κλείνεις την πόρτα πίσω σου και να ξέρεις γιατί το κάνεις. Η μια σε αδειάζει, ενώ η άλλη σε μαθαίνει να κατοικείς μέσα σου.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης, λοιπόν, ήταν μοναχικός και όχι μόνος.

Πίσω από τη σκηνή, τα φώτα και την εκκεντρική δημόσια εικόνα υπήρχε ένας άνθρωπος που κουβαλούσε τις δικές του πληγές. Τα δικά του πάθη και λάθη, απογοητεύσεις και σιωπές. Και μαζί, μια βαθιά ανάγκη να ζήσει με τους δικούς του όρους. Ίσως γιατί, κάπου στη πορεία, είχε φιλοσοφήσει πολύ περισσότερο τη ζωή απ’ όσο του αναγνωρίσαμε. Κι αυτό είναι κάτι που καταλαβαίνεις από τον τρόπο που μιλούσε γι’ αυτήν.

Από εκείνες τις δηλώσεις του που αν τις ακούσεις ξανά σήμερα, έχουν κάτι διαφορετικό. Ήταν λόγια ενός ανθρώπου που είχε συμφιλιωθεί με την ζωή. Με τα παράξενά της, τα άδικά της, τα όμορφα και τ’ αναπόφευκτά της. Με το γεγονός ότι δεν χρειάζεται όλα να είναι κατανοητά στους άλλους γύρω μας, αρκεί μονάχα να είναι αληθινά για εμάς τους ίδιους. Και αυτό είχε ένα κόστος. Ο άνθρωπος που πάνω στη σκηνή μπορούσε να γεμίσει ένα ολόκληρο νυχτερινό κέντρο, μπορεί να χρειαζόταν, όταν τα φώτα έπεφταν στη σκηνή, μόνο τη σιωπή του.

Με τα τραγούδια του ερωτευτήκαμε, χωρίσαμε, κυλήσαμε στα πατώματα με δάκρυα στα μάτια, επιστρέψαμε και φύγαμε ξανά. Κάποια τα τραγουδήσαμε με όλη μας τη φωνή και κάποια άλλα τ’ αφήσαμε να μας βρουν στις πιο ήσυχες ώρες για να μας θυμίσουν όσα μάταια προσπαθούσαμε να θάψουμε. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, από προχθές πενθούμε. Κανείς θα έλεγε πως χάσαμε τον ψυχολόγο μας.

Γιατί εκείνος κατάφερε να βάλει λόγια εκεί που εμείς δεν βρίσκαμε. Μας μίλησε για εκείνους τους έρωτες που έρχονταν ένα «Σάββατο», για τις νύχτες που το «Gucci φόρεμα» δεν ήταν απλώς ένα φόρεμα αλλά μια ολόκληρη εποχή. Για εκείνες τις ώρες που το μόνο που ήθελες ήταν κάποιος να έρθει και να σου πει «έλα να δεις». Και ύστερα, όταν όλα τελείωναν, όταν οι άνθρωποι έφευγαν και σε άφηναν κενό, ερχόταν και στα έσκαγε εκείνο το «μη μου λες να ζω με αναμνήσεις».

Κάπως έτσι, χωρίς να το επιδιώξει εκβιαστικά, κατάφερε να γίνει το απόλυτο βίωμα και σύνθημα μιας ολόκληρης γενιάς. Γιατί κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά που μας έμαθε, ή τουλάχιστον μας έδωσε το θάρρος να πούμε φωναχτά, πως ανήκουμε σε εμάς και στα όνειρά μας.

Ήταν ατίθασος, υπερβολικός, τρυφερός, αλλόκοτος, μα πάνω απ’ όλα αληθινός. Ήταν μοναχικός, μα ποτέ μόνος. Αυτός ήταν «ο Μαζώ».

Κράτησε κάποια κομμάτια του για τον εαυτό του, ναι. Όμως άφησε παρακαταθήκη τόσα άλλα. Τη φωνή του, τα τραγούδια του, τις νύχτες μας, τα ουίσκια μας, τις αναμνήσεις μας. Και μια ολόκληρη εποχή που τώρα μαζί του μοιάζει να χαμηλώνει για λίγο τα φώτα. Για να αποχαιρετήσει το ευγενικό παιδί της νύχτας.

Καλό ταξίδι στο φως, Γιώργο.
Εις το επανιδείν!

Συντάκτης: Λαμπρινή Νταβέλη
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη