Ένας αφρικανικός μύθος λέει ότι κάποτε, βαθιά στην επαρχία της Αφρικής, ξέσπασε μια μεγάλη καταστροφική φωτιά. Τότε, όλα τα μεγάλα ζώα άρχισαν να τρέχουν μακριά για να σωθούν. Μόνο ένα κολιμπρί —ένα πουλάκι τόσο δα, όσο κι ο ανθρώπινος αντίχειρας— έμεινε στο δάσος. Το κολιμπρί —αυτό το μικροσκοπικό πλάσμα της φύσης— δεν έφυγε. Δεν έτρεξε να σωθεί. Αντ’ αυτού, πετούσε ανάποδα —με κατεύθυνση προς το φλεγόμενο δάσος— κουβαλώντας μια σταγόνα νερό στο μακρύ και λεπτό —σαν βελόνα— ράμφος του.
Ενώ όλα τα ζώα, τρομοκρατημένα και ανήμπορα μπροστά στις φλόγες, τρέχουν μακριά, στην προσπάθειά τους να σωθούν από την ατυχία που άξαφνα βρήκε το βασίλειό τους, ένα μικροσκοπικό κολιμπρί πηγαίνει μέχρι τη λίμνη, παίρνει μια σταγόνα νερό με το ράμφος του, πετάει πάνω από τη φωτιά και τη ρίχνει για να τη σβήσει.
Μέσα στον πανικό που είχε επικρατήσει, ένας ελέφαντας πρόσεξε το κολιμπρί, το πλησίασε και του είπε: «Είσαι τρελός; Τι νομίζεις ότι κάνεις; Δεν πρόκειται να σβήσεις τη φωτιά με μια σταγόνα. Η πυρκαγιά είναι μεγάλη. Τρέξε να σωθείς».
Τότε, το μικρό κολιμπρί κοίταξε τον ελέφαντα και του είπε: «Το ξέρω. Όμως, κάνω αυτό που μου αναλογεί».
Συνήθως, αυτή την ιστορία μάς την αφηγούνται για να μας διδάξουν την ατομική ευθύνη απέναντι στο περιβάλλον, την κοινωνία και την ίδια τη ζωή. Για να μας πουν ότι η αλλαγή ξεκινά όταν ο καθένας μας κάνει το χρέος του, ανεξάρτητα από το μέγεθος των δυνάμεών του.
Βλακείες. Βλακείες και διδακτισμοί.
Και τούτο, διότι —αγαπητέ αναγνώστη— αν κλείσεις τα κουρασμένα και βαριά σου μάτια και φανταστείς αυτή την εικόνα, το μικρό κολιμπρί να τρέχει πανικόβλητο να σβήσει τη φωτιά, το μόνο που θα νιώσεις θα είναι μια τρελή —διακαή— επιθυμία να τρέξεις, να κλείσεις απαλά στις χούφτες σου το μικροσκοπικό αυτό πουλάκι, να το χαϊδέψεις στοργικά και να του πεις: «Ξέρω πόσο προσπάθησες. Ώρα να ξεκουραστείς. Κούρνιασε εδώ».
Γιατί αυτό το μικρό πουλάκι με τα ιριδίζοντα φτερά, που κινούνται τόσο γρήγορα που δεν τα πιάνει το ανθρώπινο μάτι, προσπαθεί μέσα στο χάος και την καταστροφή να μη λυγίσει, να μην τα παρατήσει, να μην τρέξει μακριά, να μην το βάλει στα πόδια, είναι καθένας από εμάς κάθε φορά που επιλέγει να μείνει.
Το κολιμπρί είναι ο άνθρωπος που —παρά την εξάντληση και τις δικές του μάχες— κάθε φορά που εσύ έρχεσαι αντιμέτωπος με τον κυνισμό και την αδιαφορία σε τόσες στροφές του μονοπατιού της ζωής, μένει δίπλα σου και δεν σε εγκαταλείπει. Ο άνθρωπος που, όσο μεγάλη κι αν είναι η καταστροφή που σου ’λαχε, όσο πολύπλοκο κι αν φαίνεται το πρόβλημα με το οποίο αναμετριέσαι, δεν το βάζει στα πόδια. Μένει δίπλα σου για να σου προσφέρει μια σταγόνα δροσιάς —όσο μικρή κι αν είναι— για να πάρεις μια ανάσα. Να ξαποστάσεις. Να χώσεις το κεφάλι σου στην αγκαλιά του και να κλάψεις μέχρι το δάκρυ σου να γίνει γλυκό, σχεδόν σαν χάδι.
Γιατί, στ’ αλήθεια, όταν καιγόμαστε, όταν τα προβλήματα μας χτυπούν ακάλεστα την πόρτα, όταν νιώθουμε ξαφνικά να χάνουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας, δεν έχουμε ανάγκη από σωτήρες με πυροσβεστικά οχήματα. Δεν ψάχνουμε —μέσα στην καταστροφή— ανθρώπους να μας λύσουν —ως διά μαγείας— τα προβλήματα. Δεν γυρεύουμε ανθρώπους να μας χορτάσουν θεωρίες, λύσεις και εξωραϊσμούς. Ανθρώπους-κολιμπρί ψάχνουμε. Ανθρώπους-κολιμπρί έχουμε ανάγκη.
Ανθρώπους που δεν τρομάζουν από το μέγεθος του χάους μας. Ανθρώπους που εμφανίζονται αθόρυβα και αφήνουν μια σταγόνα νερό στο τραπέζι. Όχι για να σβήσουν ό,τι καίγεται. Αλλά για να νιώσουμε πως δεν καιγόμαστε μόνοι και έρμοι.
Είναι ωραίο —σχεδόν ερωτικό— όταν οι άνθρωποι μας αφήνουν λίγες σταγόνες δροσιάς.
Μια σταγόνα δροσιάς είναι να βρεις ένα πιάτο μαγειρεμένο φαγητό το βράδυ που θα γυρίσεις κατάκοπος στο σπίτι.
Μια σταγόνα δροσιάς είναι να σου έχουν ανάψει τον θερμοσίφωνα πριν φτάσεις στο σπίτι, για να βρεις ζεστό —καυτό— νεράκι να κάνεις μπάνιο, για να χαλαρώσεις.
Μια σταγόνα δροσιάς είναι να σε παίρνουν τηλέφωνο να δουν αν είσαι καλά, αν αντέχεις ακόμα, αν χρειάζεσαι βοήθεια.
Μια σταγόνα δροσιάς είναι να σε σκεπάσουν με τη φλις κουβερτούλα σου στον καναπέ, που σε πήρε ο ύπνος βλέποντας —ξανά— Παρά 5, για να ξεχαστείς από όσα σε ταλανίζουν.
Μια σταγόνα δροσιάς είναι να σου φέρνουν παγωτό ένα βράδυ του Γενάρη, «γιατί… έτσι ήθελαν».
Γιατί αυτό έχουμε ανάγκη. Δεν χρειαζόμαστε γίγαντες να μπαίνουν μπροστά και να αναμετριούνται με τα δικά μας προβλήματα. Χρειαζόμαστε απλώς λίγες σταγόνες δροσιάς, όταν κοντεύουμε να σκάσουμε και να καούμε ζωντανοί από τις υποχρεώσεις, τις ματαιώσεις, τις απογοητεύσεις και τα συμπαρομαρτούντα τους. Γιατί, καμιά φορά, αυτές οι μικρές επίμονες σταγόνες είναι η μόνη θαλπωρή που μας έχει απομείνει για να συνεχίσουμε. Η στοργή που επιζητούμε μάταια, γιατί κανείς δεν βρέθηκε να φροντίσει την πικραμένη μας καρδιά, μιας και όλοι μας πότιζαν φρούδες ελπίδες σωτηρίας.
Το να φύγεις να σωθείς από έναν φλεγόμενο τόπο —πολλές φορές— φαντάζει ως η μόνη επιλογή. Το να αφήσεις τους ανθρώπους σου να παλεύουν μόνοι τους στον ωκεανό συχνά μοιάζει με μονόδρομο. Όμως, μην εγκαταλείπεις επειδή δεν έχεις στη φαρέτρα σου πυροσβεστικό κρουνό. Μη φεύγεις μακριά, γιατί δεν έχεις να τους δανείσεις σανίδα σωτηρίας. Μην πανικοβάλλεσαι μπροστά στα προβλήματα των ανθρώπων σου. Μην προσπαθείς να εξωραΐσεις την κατάσταση.
Μη μείνεις να κοιτάζεις τις φωτιές των άλλων σαν τρομαγμένος ελέφαντας, απορώντας πώς θα σωθούν. Μην παραμείνεις ελέφαντας γιατί φοβάσαι να μικρύνεις. Γίνε το κολιμπρί στις ζωές των άλλων. Πάρε τη δική σου μικρή σταγόνα τρυφερότητας, πέταξε κοντά στον καπνό και άφησέ την από πάνω του. Ο καπνός δεν θα εξαφανιστεί. Η φωτιά δεν θα σβήσει. Όμως, εσύ θα έχεις ζεστάνει την παγωμένη, τρομαγμένη και ραγισμένη καρδιά του ανθρώπου που στέκεται ανήμπορος απέναντί σου. Κάνε εκείνο που σου αναλογεί, για να παραμείνει ο κόσμος μας λίγο πιο τρυφερός, πιο στοργικός, πιο ανθρώπινος.
