Σου είπαν ότι είσαι ο αρχηγός, ο προστάτης, ο κυνηγός. Σε έμαθαν να μην κλαις «σα γυναικούλα». Σου δίδαξαν να βλέπεις μπάλα γιατί αλλιώς θα σε περνάνε για «αδερφή». Σου φόρεσαν —πριν καλά καλά να σαραντίσεις— μία βαριά, ασήκωτη πανοπλία και τη βάφτισαν προνόμιο. Σε φώναζαν «άντρα» πριν μάθεις να δένεις τα κορδόνια σου. Στραγγάλισαν την —έμφυτη— ικανότητά σου για τρυφερότητα. Σου επέτρεψαν να καλλιεργήσεις ένα και μοναδικό συναίσθημα: την οργή. Σου παρέδωσαν έναν και μοναδικό τρόπο αντίδρασης: τη βία.

Σε έκαναν να πιστεύεις πως είσαι ανώτερος. Σου ψιθύρισαν πως έχεις πάντα και παντού τον τελευταίο λόγο. Σε νανούριζαν με στίχους που έλεγαν «να γίνεις άντρας στο κορμί και στο μυαλό».

Τους πίστεψες και βυθίστηκες στο σκοτάδι της αρρενωπότητάς σου. Προσπαθείς πάση θυσία να μη χάσεις τον ανδρισμό σου. Να μη σου κορνάρουν στον δρόμο. Να μη σε βρίσουν χωρίς να ανταποδώσεις. Να μη σε απορρίψει η κοπέλα στη δουλειά. Να μη σου πουν όχι. Να μη σε χωρίσουν. Να μη σε κερατώσουν. Να μη σε δουν να κλαις. Να μην πεις: «σ’ αγαπώ», «μου λείπεις», «σε χρειάζομαι».

Προσπαθείς. Αγωνίζεσαι καθημερινά. Ιδρώνεις για να παραμείνεις άντρας. Και, γαμώτο, τα καταφέρνεις. Είσαι τόσο καλός στον ρόλο που σου έδωσαν. Υπηρετείς τόσο καλά αυτό το στερεότυπο. Πιάνεσαι στα χέρια —ήδη από το γυμνάσιο— με άλλους τύπους σαν τα μούτρα σου για τα μάτια μιας κοπέλας. Έτσι πιστεύετε πως θα τη ρίξετε. Φτωχά μου αγόρια.

Τα φτιάχνεις με τη Μαρία και έχεις άποψη για τα ρούχα της. «Όχι αυτό — είναι κοντό». «Όχι αυτό — είναι προκλητικό». Και η Μαρία σε ακούει. Καημένη Μαρία. Δηλώνεις κουβαλητής. Δουλευταράς. Αυτόνομος. Αλλά ας είναι καλά η μαμά σου. Σου πλένει, σου μαγειρεύει και σου σιδερώνει το πουκάμισο που θα βάλεις το βράδυ για να το παίξεις γκόμενος.

Παντρεύτηκες τη Γιάννα. Την απάτησες ένα απόγευμα στο γραφείο, γιατί κάψωσες με τη συνάδελφό σου. Η Γιάννα σου είπε να χωρίσετε. Δεν το δέχτηκες. Γιατί να κλείσεις το σπίτι σου για ένα πήδημα; Δεν έκανες και έγκλημα, εξάλλου. Πέτυχες στον δρόμο την πρώην σου. Δεν υπάρχει νυν. Την πλησίασες. Σου είπε: «ΟΧΙ». Τσακωθήκατε. Σε έβρισε. Δεν άντεξες την προσβολή.

Η κοινωνία σου έδωσε έναν ρόλο. Όμως, πρέπει —έφτασε ο καιρός— να καταλάβεις και εσύ ότι δε σε συμφέρει αυτός ο ρόλος, που τον κρατάς με τέτοια εμμονή. Δε σε συμφέρει να είσαι ο άρχοντας των δαχτυλιδιών, να φέρνεις εσύ τα λεφτά στο σπίτι, να είσαι πάντα ο δυνατός, να μην μπορείς να κλάψεις, να μην μπορείς να μείνεις άνεργος. Θα δεις ότι αυτό το —ίδιο— σύστημα που υπόσχεται προνόμια ζητάει ως αντάλλαγμα κάτι ανεκτίμητο: τη σωματική και ψυχική σου υγεία.

Δεν είναι άσος στο μανίκι ο τρόπος που σου έμαθαν να ζεις. Είναι ταφόπλακα. Δικής σου και, δυστυχώς, και της γυναικείας ύπαρξης. Η ηγεσία, η ευθύνη και το θάρρος δεν είναι βιολογικά ή θέμα «DNA», αλλά αποτέλεσμα της πατριαρχίας. Μπορείς να διακρίνεις το κακό που κάνει η πατριαρχία στους άντρες; Δεν έχεις μιλήσει ποτέ με τους φίλους σου γι’ αυτό. Κοροϊδεύεις και λες πως αυτό είναι θέμα μιας φεμινιστικής ατζέντας που έρχεται να σου στερήσει τη δύναμη.

Ο κώδικας —γραμμένος με αίμα— του ανδρισμού σου δε σου επιτρέπει να εκφραστείς. Δε μιλάς. Δε μιλάς και αυτό σε σκοτώνει. Δε λες τι είναι αυτό που σε καίει, τι σε κρατάει ξύπνιο τα βράδια. Ντρέπεσαι. Νομίζεις ότι θα φανείς λίγος. Σαπίζει το μέσα σου. Πνίγεσαι στο αλκοόλ, τον τζόγο, τα νεύρα. Ανεβάζεις πίεση, στο κόκκινο τα τριγλυκερίδια. Κρατάς τα πρωτεία παγκοσμίως στις αυτοκτονίες. Γιατί είναι πιο εύκολο για τον αντρικό εγωισμό σου να πηδήξεις από το μπαλκόνι παρά να πεις «πονάω».

Δεν πας στον γιατρό. Θεωρείς —γιατί έτσι σου είπαν— ότι είσαι άτρωτος. «Παθαίνουν, μωρέ, τίποτα οι άντρες;» λες και παίρνεις αυτό το λάγνο ύφος, αγνοώντας τον πόνο στην πλάτη. Δε ζητάς βοήθεια, γιατί στα δύσκολα σου είπαν να «σφίγγεις τα δόντια». Με την πρώτη δυσκολία καταρρέεις. Τα παίζεις. Γιατί αυτό σου κάνει το σύστημα. Σου απαγορεύει να μείνεις άνεργος, σου απαγορεύει να αποτύχεις, σε καταδικάζει να είσαι ο αιώνιος, αλώβητος κουβαλητής. Κι έτσι, η πρώτη αναποδιά σε οδηγεί στην εκμηδένιση.

Η αποδόμηση αυτού του κόσμου δεν είναι μια φεμινιστική θεωρία που έρχεται να σου στερήσει τη δύναμη. Είναι η μοναδική υπαρξιακή συζήτηση που μπορεί να σου σώσει τη ζωή. Αρνήσου τον ρόλο που σου φόρεσαν πριν σε θάψει το βάρος του. Το να ζητήσεις βοήθεια, να κλάψεις γοερά, να παραδεχτείς τις αδυναμίες σου, να χάσεις δε σε κάνει λιγότερο άντρα. Σε κάνει, επιτέλους, άνθρωπο.

Μην το παίζεις μάγκας και πολλά βαρύς. Γιατί —πρώτον— η πολλή μαγκιά βλάπτει στη ζωή και —δεύτερον— δεν έχει σημασία ποιος φαίνεται ο βαρύς, αλλά ποιος φέρει το βάρος.

Συντάκτης: Στέλλα Μπακάλη